Αρχείο συγγραφέα για pandoxeio



26
Νοε
09

Δάφνη Ντι Μωριέ – Η Παλίρροια του Σεπτέμβρη

 

Θέατρο Αμιράλ

Τους τελευταίους μήνες και χάρη σε νέες εκδόσεις έχουμε την τύχη να ξαναδιαβάζουμε την εξαιρετική συγγραφέα που μάθαμε να συνδέουμε με τις κινηματογραφικές της μεταφορές: Τα πουλιά, Η ταβέρνα της Τζαμάικα, Ρεβέκκα κ.ά., τιμημένα από σκηνοθέτες όπως ο Α. Χίτσκοκ και ο Νίκολας Ρεγκ – στο κορυφαίο Not After Midnight (Don’t Look Now). Υποτιμημένη εδώ αλλά πάντα κλασική στον υπόλοιπο κόσμο, η ντι Μωριέ υπήρξε μια γυναίκα που πίσω από το ήρεμο πρόσωπο και τη νηφάλια συμπεριφορά ψηνόταν από προσωπικούς φόβους και εμμονές. Όμως αυτή η ηγερία των μαύρων παραμυθιών δεν περιορίστηκε μόνο σε γοτθικές ή σκοτεινές ιστορίες. Μια τέτοια διαφοροποίηση αποτελεί η Παλίρροια, το τρίτο και τελευταίο θεατρικό της έργο, όπου συνθέτει το γνωστό μοτίβο του απαγορευμένου έρωτα και των βασανιστικών του εκδηλώσεων αλλά με τον δικό της τρόπο: γεμάτο εσωτερικές εντάσεις και τρεμάμενες κινήσεις.

Yesterday when I was young / So many drinking songs were waiting to be sung / So many wayward pleasures lay in store for me / And so much pain my dazzled eyes refused to see. Η Στέλλα, μια όμορφη, συντηρητική και ρομαντική αγγλίδα ζει σε ένα παραθαλάσσιο, απομονωμένο σπίτι στις ακτές της Κορνουάλης. Οι παραπάνω στίχοι της αγγλικής μεταφοράς του Hier Encore (Charles Aznavour), που παίζει συνεχώς στο πικ απ της, εκφράζουν ακριβώς αυτόν τον μετεωρισμό της ανάμεσα στη νοσταλγία του παρελθόντος και σ’ ένα προβλέψιμο, άχρωμο μέλλον. Είκοσι χρόνια μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, η καθημερινότητά της επαναλαμβάνεται με βαρετό και ανούσιο τρόπο, ακόμα και η πολιορκία της από τον συνομίληκο Ρόμπερτ. Η άφιξη της κόρης της και του συζύγου της θα προκαλέσει αναπότρεπτες αναταράξεις στην ζωή της. Ο Ήβαν επιβάλλεται αμέσως με την παρουσία του στο γαλήνιο σπίτι. Διάσημος ζωγράφος και ιδιαίτερα παρορμητικός χαρακτήρας, βιώνει την ίδια αναστάτωση, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Το ουίσκι αποτελεί γι’ αυτόν το νερό της ύπαρξής του.

Η παρουσία των πέντε προσώπων σε κοινό χώρο μοιάζει με εύφλεκτο υλικό. Η Στέλλα κοιμάται με τα Ανεμοδαρμένα Ύψη κάτω από το μαξιλάρι της, αλλά τώρα το αντάριασμα βρίσκεται μέσα της. Οι εκφράσεις της την προδίδουν, τα λόγια της εκτροχιάζονται. Αδυνατεί να συνεχίσει την καθημερινότητά της, ρωτάει συνεχώς τον καθένα: Τι σχέδια έχεις; Ο μποέμ καλλιτέχνης αρχικά κινείται με υπερβολική αυτοπεποίθηση, αργότερα κάνει συνεχώς κυκλωτικές κινήσεις γύρω από το τελάρο του, λες και επιθυμεί να περικυκλώσει την έμπνευση, που όμως δεν βρίσκεται εκεί αλλά απέναντί του. Η νεαρή σύζυγός του, εξίσου παρορμητική αλλά άπραγη καλλιτέχνης, μοιάζει ήδη να έχει αποδεχτεί την ασυμβατότητά τους και ψάχνει για τον δεδομένο παιδικό της έρωτα. Ο Ρόμπερτ αισθάνεται πως απειλούνται ακόμα και οι άσφαιρες ελπίδες του και ανταλλάσσει δηλητηριώδεις διάλογους με τον ανταγωνιστή του (από τις πιο εντατικές στιγμές του έργου), ο ένας επιθυμεί να στείλει τον άλλον στο διάολο με το πρώτο φέρι.

Ο υπόγειος έρωτας ακολουθεί τις κινήσεις της παλίρροιας του Σεπτέμβρη, που ετοιμάζεται να κατακλύσει την Κορνουάλη, ωθώντας του δύο ήρωες στην άκρη των επιθυμιών τους, αφού πρώτα στραφούν εναντίον του εαυτού τους. Εκείνος την ζωγραφίζει από μνήμης – Το πρόσωπό σου είναι ένα εκθαμβωτικό παρόν. Εκείνη προτιμάει να μείνει το πορτρέτο σε μια σκοτεινή αποθήκη μην το βλέπει κανείς – της αρκεί η αποθήκευση της μαγικής στιγμής. Αρνείται, και δικαίως, πως είναι μελό: Άλλο Μελό, Κι Άλλο Ρομαντική. Οι σιωπές και οι παύσεις του έργου μοιάζουν έτοιμες να το ανατινάξουν. Τι θα πάρει μαζί της η παλίρροια και τι θα αφήσει πίσω από έναν έρωτα που γδέρνεται από ενοχή και χρέος με διπλά υποκείμενα και αντικείμενα; Σε λιτό σκηνικό με ξύλινα σανίδια και μεγάλο παράθυρο προς τη θάλασσα, όλος ο θίασος έπαιξε περίφημα. Η Ελένη Ερήμου ενσάρκωσε αριστοτεχνικά τη Στέλλα.

Η Κορνουάλη υπήρξε ένα μέρος που αγάπησε κι έζησε η ντι Μωριέ για πολλά χρόνια, μεταγράφοντας μνήμες και ανησυχίες και στο βιβλίο της Vanishing Cornwall. Ο κεντρικός χαρακτήρας της Στέλλας βασίστηκε στην Ellen Doubleday (υπό Αγγλική υπηκοότητα και ανάλογες συνθήκες), σύζυγο του εκδότη της ντι Μωριέ, με την οποία η συγγραφέας ήταν ερωτευμένη, και παίχτηκε για πρώτη φορά από την Gertrude Lawrence που αποτέλεσε και την κρυφή της ερωτική σχέση.

Παίζουν: Ελένη Ερήμου, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Ζιόβας, Βίκυ Καλπάκα, Διονύσης Ποταμίτης. Σκην. – διασκ.: Ρούλα Πατεράκη, μτφ.: Αντώνης Γαλέος, καλλιτ. σύμβ.: Λεία Βιτάλη, μουσ.: Πηγή Λυκούδη, κοστ.: Λουκία, σκην.: Λίνα Μότσιου. / Θέατρο Αμιράλ, Αμερικής 10, 210 3608.856.

(Daphne du Maurier, September Tide, 1948)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
25
Νοε
09

Πόρφυρας 132 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009)

 

Ένας ολόκληρος άγνωστος κόσμος, εκείνος του Πορτογαλικού Υπερρεαλισμού ανοίγει στο αφιέρωμα του τεύχους. Ήδη από την εποχή του πρώτου «Μανιφέστου» του Μπρετόν (1924) το πορτογαλικό έδαφος ήταν εύφορο για την υποδοχή αυτής της νέας λεκτικής λαίλαπας, καθώς ο συμβολισμός και ο φουτουρισμός είχαν βλαστήσει στις αρχές του αιώνα, και η αντισυμβατική τους παρουσία, κυρίως δια του Fernando Pessoa και του ετερωνύμου του Ricardo Reis και άλλων ήταν ήδη αισθητή. Τα στρατιωτικά πραξικοπήματα του da Costa το 1926 και του Salazar το 1933 και το καθεστώς «επιτηρούμενης» ελευθερίας που επέβαλαν, προσέλκυσαν αν μη τι άλλο, δεκάδες νέους θεράποντες του είδους. Πλήρες πανόραμα συγγραφέων, έργων, κινημάτων, περιοδικών.

Πέρα από σουρεαλιστικές εμπνεύσεις, υπάρχει ένας Ισπανός Χριστός γεννημένος στην Ταγγέρη, αν δεχτούμε το δημοσιευόμενο εδώ διήγημα του Miguel De Unamuno. Το υπόλοιπο «Φυλλάδιο» χρωματίζουν οι Ορέστης Αλεξάκης, Βασίλης Καραβίτης, Γιώργος Κάρτερ, Εύα Μοδινου κ.ά. με ποιήματα και οι Χρήστος Χατζήπαπας και Γιώργος Τζεβελάκης με πεζά καθόλου «πεζά». Ακόμα, δοκίμια για την μυθολογία του προλεταριακού έρωτα (Λαπαθιώτης – Καβάφης), μια θεωρητική κατάθεση του Φίλιππου Δρακονταειδή κ.ά. [125 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

24
Νοε
09

Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 40 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2009)

 

Αφιέρωμα Αντρέας Φραγκιάς

Πέρα από δω δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε πριν αλλά ούτε και μετά είναι δυνατόν να υπήρχε ή να γίνει κάτι άλλο που να μην είναι ίδιο με τούτο έγραφε στον εφιαλτικό Λοιμό ο Αντρέας Φραγκιάς, που τιμάται εδώ με πλήρες αφιέρωμα. Αρκούσαν τέσσερα μυθιστορήματα (που μαζί μ’ ένα θεατρικό, πλήθος δημοσιογραφικών κειμένων και ανέκδοτων γραπτών αποτελούν την «επίσημη» εργογραφία του) για να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς συγγραφείς, που ξεκίνησε από την ρεαλιστική γραφή (Άνθρωποι και Σπίτια, Καγκελόπορτα) και περνούσε ολοένα και περισσότερο στον κόσμο των συμβόλων, του παραλόγου, της φαντασίας και της αλληγορίας (Λοιμός, Το πλήθος, έργα οριακά), φτάνοντας στις μεγάλες πινακοθήκες ηρώων που μετατρέπονταν σε δρώσες μονάδες, στην εξάλειψη κάθε χρονικής ένδειξης, στην εμφανή επίδραση του Κάφκα.

Το τεύχος περιλαμβάνει τις περισσότερες εισηγήσεις του Επιστημονικού Συνεδρίου που οργανώθηκε από το ηλεκτρονικό περιοδικό Διαπολιτισμός. Ο Ανδρέας Παγουλάτος συνδιαλέγεται με τον συγγραφέα όσον αφορά τη σχέση του έργου του με τις εικαστικές τέχνες, οι Μένης Κουμανταρέας, Κώστας Ακρίβος, Βαγγέλης Ραπτόπουλος και Αλέξης Ζήρας ανιχνεύουν την «παρουσία» του σε έργα σύγχρονων πεζογράφων, πλήθος άλλων κειμένων ερευνούν άξονες και μοτίβα έργων του όπως το Σχολείον Εθνικής Αναμορφώσεως, όπως ονομάστηκε το στρατόπεδο της Μακρονήσου, η σκοτεινή αλληγορία του ολοκληρωτισμού, η δυστοπία, η βία, ο κυνηγημένος της μεταπολεμικής εποχής, η πόλη, το ποδόσφαιρο, μηχανισμοί αναπαράστασης και αντίστασης, τεχνικές αφήγησης, η θέση της αριστερής κριτικής.

Φωτίζονται ακόμη οι επικοινωνιακές σχέσεις της πεζογραφίας του με εκείνη του Άρη Αλεξάνδρου και του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου (στην σχέση του Α.Φ. με τον τελευταίο αναφέρεται και η Σόνια Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου που μοιράζεται στιγμιότυπα μνήμης των δύο πραγματικών φίλων), η κινηματογραφικότητα της γραφής του (μη ξεχνάμε πως ο Λοιμός μεταγράφηκε στην ταινία Χάπυ Νταίη του Παντελή Βούλγαρη και η Καγκελόπορτα ως ομώνυμη ταινία από τον Δημήτρη Μακρή, 1976 και 1978 αντίστοιχα) και παρατίθενται πλήρεις πίνακες βιογραφίας, εργογραφίας και βιβλιογραφίας από τον Γιάννη Η. Παππά που, να προσθέσω εδώ, έχει δημιουργήσει ένα εξαιρετικό ιστολόγιο για τον συγγραφέα. Να σημειώσουμε πως τα Θέματα Λογοτεχνίας αποτελούν μοναδική περίπτωση λογοτεχνικού περιοδικού που δημοσιεύει στην ηλεκτρονική του σελίδα πλήρη πίνακα περιεχομένων του κάθε τεύχους. Για το συγκεκριμένο δείτε εδώ.

Όμως ένα δημοσιευμένο εδώ κείμενο προηγείται όλων: πρόκειται για απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα του Φραγκιά και είναι σαν να ξανασυνομιλούμε με τον συγγραφέα που χαρακτηρίστηκε από συνέπεια έργου – ζωής και ήθος και πλήρωσε ακριβά το τίμημα των ιδεών του. Αλλά έζησε με πολλαπλές μορφές, όπως έγραψε και στο τέλος του Λοιμού: Η αλήθεια όμως είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν. [Εκδ. Γκοβόστης, 296 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

23
Νοε
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 19. Θανάσης Χειμωνάς

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς
Ντοστογιέφσκι, Φλομπέρ, Στίβεν Κινγκ…

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η “Αισθηματική αγωγή” του Φλομπέρ άλλαξε τον τρόπο που έβλεπα τη Λογοτεχνία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Όταν ήμουν μικρός με είχε ενθουσιάσει ένα διήγημα του Σόμερσετ Μομ το οποίο ονομαζόταν “Ένας άνθρωπος από τη Γλασκώβη”.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Πολλοί. Επειδή όμως είναι φίλοι μου, δεν θέλω να πω ονόματα. 
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Ρασκόλνικοφ. Ο Τζακ Τόρενς από τη “Λάμψη”.
Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος από τους ήρωες σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Ποτέ δεν με απασχόλησε τι έκαναν αφού τελείωσαν τα μυθιστορήματα. Στο κάτω κάτω, αρκετοί από αυτούς δεν επέζησαν!
Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Τα βιβλία μου τα γράφω στο χέρι πάνω στο κρεβάτι μου και μετά τα αντιγράφω στον Υπολογιστή μου.
Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Για τον τρόπο απάντησα πριν. Οι ιδέες γεννιούνται στο μυαλό μου και όταν γίνουν κάτι τελείως συγκεκριμένο τις περνάω στο χαρτί.
Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Δεν μπορώ να ακούω μουσική όταν γράφω. Γενικά ακούω ξένη μουσική – κυρίως της δεκαετίας του ‘80. 
Μια εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Μπήκα στα γράμματα το 1997 με το διήγημα “Το άλλοθι”. Στη συνέχεια έγραψα άλλο ένα διήγημα, την “Επιστροφή”. Το τρίτο μου διήγημα είδα πως με έπαιρνε να το μεγαλώσω κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, “Ραμόν”. Θα μπορούσα να πω πως αυτό είναι και το αγαπημένο μου, απλώς επειδή ήταν το πρώτο μου. 
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η “Ραγδαία επιδείνωση” είναι η ιστορία τριών ανθρώπων: Του Βασίλη, της Έλιας και της Δήμητρας. Βλέπουμε τον τρόπο που “μπλέκονται” οι ζωές τους και όλους αυτούς που κινούνται γύρω τους.
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το πρώτο βιβλίο του καλού φίλου Δημήτρη Μαμαλούκα “Όσο υπάρχει αλκοόλ, υπάρχει ελπίδα”. 
Τι γράφετε τώρα;
Τίποτα. 
Γιώργος Χειμωνάς, Λούλα Αναγνωστάκη. Θυελλώδεις πλην αντιδιαμετρικά διαφορετικές γραφές. Είχατε συν τοις άλλοις το «καθήκον» να αγνοήσετε τις οποιεσδήποτε επιρροές από τους γεννήτορες;
Δεν με απασχόλησε ποτέ. Μέχρι τα 26 μου δεν περίμενα πως θα γινόμουν συγγραφέας και τώρα θεωρώ πως αυτό που κάνω δεν έχει καμία σχέση η ομοιότητα με τις δουλειές των γονιών μου.

Δημοσίευση και στο mic.gr

22
Νοε
09

Λογοτεχνείο, αρ. 41

 

Λίντια Ζορζ, Ο κήπος δίχως όρια, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, σ. 25 (Lídia Jorge, O jardim sem limites, 1995).

Το είπα ήδη: οι θόρυβοι του περιγύρου έφταναν τώρα στ’ αφτιά μου με το ρυθμό της γραφομηχανής πάνω από την οποία δούλευα με τις ώρες. Έκλεινα τα μάτια μου και ο ήχος που προερχόταν από τα γύρω ραδιόφωνα, όπως και καθετί άλλο, μετατρεπόταν σ’ ένα αδιάκοπο κλαπ, κλαπ, που χοροπηδούσε ανάμεσα στη μεταλλική γραφομηχανή και την τάβλα. Οι φωνές από το δρόμο μεταμορφωνόταν κι αυτές σε ρυθμικά, πηδηχτά χτυπήματα, ανάλογα με την αρχική τους ένταση. Οι φωνές επίσης των ενοίκων που μιλούσαν χαμηλόφωνα όπως ο Οσβάλντο, μετασχηματίζονταν από τη Ρέμινγκτον σε έναν ήχο που θύμιζε γεωργική ή θαλάσσια μηχανή, κάτι σαν τρακτέρ ή βαπορίσια μηχανή. Πάντως, εγώ δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί και πώς συνέβαινε αυτό, κυρίως επειδή τα πλήκτρα που δημιουργούσαν στη φαντασία μου εκείνο το ρυθμικό κλαπ, κλαπ, έγραφαν συγχρόνως και τα γράμματά που με τη σειρά τους δημιουργούσαν το σώμα μιας ιδέας. Έγραφα υπό την καθοδήγηση ενός θορύβου που έμοιαζε με ποδοβολητό ψυχής, με τον καλπασμό ενός μύχιου αλόγου∙ λες και οι εικόνες της πραγματικότητας περνούσαν μέσα από τη δακτυλική μνήμη των χεριών.

Στην Αγγέλα Καστρινάκη

20
Νοε
09

Κωστής Καλογρούλης – Προσεγγίσεις στη σύγχρονη αμερικανική πεζογραφία, 1945 – σήμερα

 

Ο μελετητής συγκριτικής λογοτεχνίας, μεταφραστής αλλά και κειμενογράφος των εισαγωγών των νέων εκδόσεων των έργων του Ε. Χέμινγουεϊ (Αθήνα, 1977) είναι εξ αρχής σαφής: αυτή η «άτυπη» σύνοψη κορυφαίων έργων της μεταπολεμικής αμερικανικής πεζογραφίας περιλαμβάνει εκείνα που θαύμασε και τον συγκίνησαν προσωπικά, παράλληλα βέβαια με την αναμφισβήτητη αξία τους. Επιλέγοντας για λόγους αντιπροσωπευτικότητας ένα έργο από κάθε συγγραφέα και μόνο αν παρήγαγε έργο αποκλειστικά σε εκείνη την περίοδο, συμπεριλαμβάνοντας και μερικά αμετάφραστα στη γλώσσα μας, μας προσφέρει ένα περιεκτικότατο πανόραμα 27 υπέροχων βιβλίων. Η εικοσασέλιδη εισαγωγή μας προσφέρει καθαρή εικόνα επιμέρους κεφαλαίων της όλης ιστορίας, όπως ο Μεταμοντερνισμός (από την εμφάνιση της ποπ κουλτούρας και την τάση στο μαύρο χιούμορ ως την metafiction), η Νέα Δημοσιογραφία, το Διήγημα, η Εβραιοαμερικανική πεζογραφία, τα λογοτεχνικά βραβεία, ο αντιήρωας.

Η αυλαία ανοίγει το 1947 με Το Θύμα του Σόλ Μπέλλοου. Αποδέχομαι την όντως δύσκολη επιλογή του δεύτερου βιβλίου του Σ.Μ. αντί άλλων του, καθώς η κυριαρχία της ενοχής και της ευθύνης σε έναν σύγχρονο μοναχικό άνθρωπο, ασχέτως αν έχουν βάση, η συλλογική τους επέκταση αλλά και η αντιστροφή ρόλων θύτη και θύματος σε μια εβραϊκή συνείδηση όντως λογοτέχνησαν ένα ιδιοφυές μυθιστόρημα. Μεταφερόμαστε κατόπιν σε ένα φωτισμένο με … χίλιες λάμπες υπόγειο στο Χάρλεμ απ’ όπου μας μιλά Αφροαμερικανός Ραλφ Έλισον (φωτ.), ο Αόρατος άνθρωπος (1952) του οποίου ήταν κάτι παραπάνω από μια αλληγορία της πορείας της μαύρης φυλής στην Αμερική του 20ού, από το χώμα των αγρών του Νότου στην άσφαλτο των γκέτο: ήταν η ιστορία οποιουδήποτε ανθρώπου αδυνατεί να ενταχθεί σε κάποιο σύστημα αξιών, γραμμένη μάλιστα σαν τζαζ αυτοσχεδιασμός, με ανάμιξη τόσων ειδών και γλωσσών.

Ακολουθούν έργα των Ουίλιαμ Γκάντις, Μπέρναρντ Μάλαμουντ, Τζον Τσίβερ, Τζον Μπαρθ, Τιμ Ο’ Μπράιαν και της βασανισμένης ψυχής του Southern Gothic και τόσο νωρίς χαμένης Φλάνερυ Ο’ Κόνορ. Δεν λείπουν φυσικά το Catch-22 του Τζόζεφ Χέλλερ, η Νόσος του Πορτνόι του Φίλιπ Ροθ (που αν μη τι άλλο ήταν το πρώτο έργο της θεματολογίας που τον καθιέρωσε, με εκείνη την ανελέητη αυτοκριτική για την ανασφάλεια των μεταναστών που συχνά οδηγούνται στο αντίθετο άκρο για να μην ξεχωρίζουν από τους όποιους «γηγενείς»), η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ, ο Υπόγειος Κόσμος του Ντελίλο, ο Βωμός της Ματαιοδοξίας του Τομ Γουλφ, το Middlesex του Τζέφρι Ευγενίδη. Ο κατάλογος των 15 βιβλίων που τιμώνται με τρισέλιδο κλείνει το 2007 με τον Κόρμακ Μακάρθι, Ο δρόμος του οποίου, παρά το ζοφερότατο σύμπαν καταστροφής και ερήμωσής του φωτίζεται από μια τελευταία ηλιαχτίδα ελπίδας: οι δυο περιπλανώμενοι εξακολουθούν να περπατάνε στο σκοτάδι και το κρύο ελπίζοντας να βρουν την σωτηρία τους.

Άλλα 12 βιβλία τιμώνται σε μικρότερες παραγράφους ενιαίου κειμένου: Σφαγείο 5 (Κ. Βόνεγκατ), V (Τόμας Πίντσον), Η Εκλογή της Σόφι (Ο. Στάιρον), Ragtime (Ε.Λ. Ντόκτοροου), Ο φύλακας της σίκαλης (Σάλιντζερ), Οι γυμνοί και οι νεκροί (Ν. Μέιλερ), τα διηγήματα των Ι.Μ. Σίνγκερ, Τ. Καπότε και Ρ. Κάρβερ, η τετραλογία του Ράμπιτ Άνγκστρομ του Τζόν Απντάικ αλλά και έργα λιγότερο προβεβλημένων εδώ συγγραφέων (Σίνθια Όζικ, Χάιμ Πότοκ, Γουόκερ Πέρσι). Μπορούν 150 σελίδες να είναι τόσο περιεκτικές και να καλύπτουν τόσους κόσμους; Αυτές εδώ μπορούν.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 142, με κατάλογο των βραβευθέντων στα σημαντικότερα βραβεία μυθοπλασίας και βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
19
Νοε
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501 (Νοέμβριος 2009)

 

Σοβιετική Ένωση 1949. Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκ γενετής καρδιοπαθής, δια παντός αποβληθείς από τα σχολεία της επικράτειας λόγω σύνδεσης με το ΕΑΜ, πολεμιστής των βουνών και ξεναγός του Ελυάρ στον Γράμμο, καταφεύγει στην 14η πολιτεία πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη, τορναδόρος σε εργοστάσιο. Φυματίωση, Βουκουρέστι, Μόσχα, Σόνια Ιλίνσκαγια, εδώ τρις εις θάνατον ερήμην, αργότερα στέρηση ελληνικής ιθαγένειας, επιστροφή το 1974.

Ένας εκπληκτικός άνθρωπος, ένας συγγραφέας της κοινωνικής ευθύνης και της ηθικής τάξης, μια ακατάπαυστη εργατική πνευματική μηχανή που έγραφε τα πάντα, χωρίς τις αναγκαστικές διακρίσεις των ειδών. Νομίζω κανένας συγγραφέας της λογοτεχνικής πράξης, που κοιτάει να κάνει τη δουλειά του όσο μπορεί καλύτερα, δεν παίρνει της μετρητοίς τους επιστημονικούς ορισμούς. Πλησιάζει ό,τι του έρχεται καλύτερα κι απ’ αυτό που θα πάρει τίποτα δεν του είναι υποχρεωτικό… Θα βρεθούν όλα μόνα τους πάνω στη ζεστή σχέση με το αντικείμενο. Γνώστης όσο ελάχιστοι της ρωσικής πολιτισμικής παράδοσης, μετέφρασε και παρουσίασε τους ρώσους συγγραφείς, συνέγραψε βιογραφικές μυθιστορίες και εκτενείς παρουσιάσεις τους (όπως τα Ο Μαγιακόφσκι. Τα εύκολα και τα δύσκολα και Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι).

Το αφιέρωμα του τεύχους, με κείμενα της «Υπουργού των Εξωτερικών» του Σόνιας Ιλίνσκαγια, της Ελένης Κεχαγιόγλου (υπεύθυνης λογοτεχνίας των εκδ. Ελληνικά Γράμματα που φροντίζουν το πλήρες έργο του), της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια, του Αλέξη Ζήρα κ.ά. και μερικές υπέροχες φωτογραφίες είναι πλήρες. Όσο προσπαθώ να δω τις επιρροές που ασκήθηκαν πάνω μου από άλλους, πάλι καταλήγω εκεί, τα περισσότερα μου τα καθόρισε ο τρόπος ζωής μου.

Θεσσαλονίκη, 1955. Εκδίδεται το περιοδικό Νέα Πορεία που μέχρι το 2007, έτος θανάτου του Τηλέμαχου Αλαβέρα, εκδότη του από τα μέσα του ’70. Πολλοί αγαπήσαμε έως φετιχισμού το περιοδικό του απαράλλακτου εξώφυλλου με το διαφορετικό κάθε φορά χρώμα, που δεν ήταν μια απλή προθήκη συνεργασιών αλλά ένα μικρό θησαυροφυλάκιο κειμένων και μελετών. Φέτος βγήκε το τελευταίο του, το 626ο τεύχος ως ύστατη παραμυθία για τα τελευταία δυο χρόνια. Και τι δε θα ’δινα για να έβρισκα τα τόσα παλιά τεύχη που μου λείπουν. [128 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

18
Νοε
09

Λουίτζι Πιραντέλο – Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή

 

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

Ο Παολίνο είναι ένας φιλόλογος που ερωτοτρόπησε πέραν του ορίου με την Αρετή, σύζυγο πλοιάρχου που προτιμάει τις θάλασσες και συν τοις άλλοις έχει ένα ακόμα σπιτικό λιμάνι να τον περιμένει. Καθώς η μοιχεία αρχίζει να καρποφορεί ο πανικόβλητος ανθρωπάκος σκέφτεται να φορτώσει το επερχόμενο τέκνο στον ναυτικό, στην μόνη βραδιά που εκείνος θα περάσει σπίτι του ανάμεσα σε δυο ταξίδια. Στο σχέδιό του, μια τούρτα το ήμισυ της οποίας είναι ποτισμένο με διεγερτικότατες ουσίες εμπλέκονται δυο δίδυμοι ένας θηλυπρεπής φαρμακοποιός, ένας λογικός αλλά τελικά ενδίδων γιατρός). Εκτός σχεδίου αλλά εντός πεδιάς μένουν ο γιος της ευκόλως θυματοποιημένης γυναίκας και η ερωτικά στερημένη οικιακή βοηθός που όμως γνωρίζουν την παρανομία του ζεύγους. Ιδού η αντιστροφή: απάτη και απιστία για χάρη της ηθικής και της πίστης!

Πρόκειται για την μοναδική απ’ φάρσα του Ιταλού δραματουργού, που γυρίστηκε μάλιστα σε ταινία το 1953 από τον Steno, με σενάριο του συγγραφέα Vitaliano Brancati (μαζί με τον Lucio Fulci) και ηθοποιούς τους Totò, Orson Welles και Viviane Romance – φαντάζεστε ποιος υποδύθηκε ποιον. Κινούμενος πάντα μεταξύ γερμανικού εξπρεσσιονισμού και μεσογειακής ψυχογραφίας εδώ ο Πιραντέλο βρίσκεται μεν σε γνωστά του ρουμάνια (η υποκειμενικότητα της αλήθειας, ο ηθογραφικός καθορισμός της ζωής, ο τρόμος της κοινής γνώμης) αλλά ρέπει περισσότερο προς το γελοίο, το μπουφονικό, το υπερβολικό. Θαρρείς κι ήθελε να φτάσει τους χαρακτήρες στα κωμικοτραγικά τους άκρα, σαν μια αυτοσχέδια επιθεωρησιακή κομέντια ντελ άρτε.

Σταδιακά η ηρεμία μετατρέπεται σε ταραχή και η οικιακή γαλήνη σε εμπόλεμο πεδίο. Το κτήνος μέσα στον ανθρωπάκο ζητάει να βγει: ο εραστής της κακιάς ώρας είναι υπερήφανος μεν για το «σποράκι» του, όπως αποκαλεί το εκκολαπτόμενο βρέφος, προτιμάει όμως να το μεγαλώσει άλλος, να αποφευχθεί και το σκάνδαλο. Η ερωμένη του Αρετή μορφάζει συνεχώς γιατί δεν έχει άλλο τρόπο να εκφράσει το δικό της χάος, ο καπετάνιος δεν αντιπροσωπεύει τελικά την έννοια του κτήνους αλλά μια στερημένη ψυχή που δεν ξέρει πώς να εκδηλωθεί, η βοηθός είναι η μόνη που δε μασάει λόγια και πράξεις, ο νεαρός γιος εξαγοράζει τη σιωπή του, ένας ναύτης περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, οι δυο σχεδόν «καθυστερημένοι» μαθητές του καθηγητή από πειθήνια όργανα γίνονται επικίνδυνοι κριτές. Είναι αξιοσημείωτο πως νωρίτερα έχουν θέσει το ερώτημα: υποκρισία να περνάμε καλύτερα ή ωμή ειλικρίνεια κι ας σφαχτούμε όλοι; Δεν είναι τυχαίο πως στο μέσο του δωματίου υπάρχουν δυο ενωμένοι πάγκοι: καθώς όλοι φωνάζουν και φωνασκούν, εκεί ανεβαίνουν όσοι θέλουν ν’ ακουστούν περισσότερο κι εκεί κυλιούνται σε στιγμές κακεντρέχειας ή αυτοταπείνωσης, καθώς μια στροφή χωρίζει το ιλαρό από το θανατηφόρο.

Ο Γιώργος Αρμένης ενσαρκώνει ιδανικά τον χαρακτήρα του γελοιογραφημένου αυτού ανθρωπάκου, που φωνάζει συνεχώς πως είναι ηθικός και τίμιος την στιγμή που προσπαθεί να ξεγλιστρήσει από τις ευθύνες του, χωρίς όμως και να χάσει τα κεκτημένα. Τη μια τρέμει ολόκληρος, την άλλη καταστρώνει σαρδόνια σχέδια. Απαγγέλει Οβίδιο και Κικέρωνα λίγο πριν αφεθεί στα τα ταπεινά του ενστικτίδια. Ας αφήσουμε την Ιστορία. Απ’ όπου και να την πιάσεις, βρωμάει λέει κάποια στιγμή ως διδάσκων καθηγητής, αλλά ο χαρακτηρισμός ταιριάζει καλύτερα στη δική του ιστορία.

Η ιστορία του Γιώργου Αρμένη στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο είναι γνωστή. Επίγονος του Θεάτρου Τέχνης, εξελίχθηκε σε Θεατρογράφο και Υποκριτή της ταπεινής νεοελληνικής και όχι μόνο πραγματικότητας, με συγγραφή έργων από την Πρόβα και την Μαντζουράνα στο κατώφλι – γάιδαρος στα κεραμίδια την δεκαετία του 70 μέχρι τον περσινό Αμερικανό στο κεφάλι. Φέτος κλείνει σαράντα χρόνια στη σκηνή και δέκα στο δικό του θέατρο και όπως πάντα οργιάζει στο σανίδι. Για να μορφωθεί άρκεσε η ακρόαση διαβασμάτων Χρηστοβασίλη και Κρυστάλλη απ’ τη γιαγιά του, πενταετές ναυτικό φυλλάδιο ανά τον κόσμο κι ένας Κάρολος Κουν. Διαβάζω από ένα παλαιότερο πρόγραμμα της παράστασης για την Πρόβα: Κάθε άνθρωπος κρύβει έναν μικρό θεό μέσα του. Το θέμα είναι να κάνει την υπέρβαση, να τον βρει και να τον εξωτερικεύσει. Όταν καταφέρνω να φτάσω πολύ κοντά στον ήρωα που υποδύομαι, σχεδόν να ταυτιστώ μαζί του, τότε μπαίνω μέσα σε έναν κόσμο που με ελευθερώνει, που μου δίνει μιαν ανείπωτη δύναμη. Εκεί αισθάνομαι τον μικρό θεό να βγαίνει από μέσα μου…

Σκην.: Γιώργος Αρμένης, ερμην.: Γιώργος Αρμένης, Αριέττα Μουτούση, Πασχάλης Τσαρούχας, Χριστίνα Βαρζοπούλου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Κοροβίλας, Στέφανος Μαρκάκης, Σάκης Σιούτης. / Μτφ. Ερρ. Μπελιές, σκην. – κοστ: Ελ. Δουνδουλάκη, μουσ.: Δ. Ιατρόπουλος. / Διάρκεια: 120′ / Παρ. 21.15, Σάβ. 18.15 και 21.15, Κυρ. 20.15/ Σπυρίδωνος Τρικούπη 34, Εξάρχεια, 2108253489/ http://www.armenis.gr.

[Luigi Pirandello, L’ uomo, la bestia e la virtu, 1919]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

17
Νοε
09

Το Δέντρο, τεύχος 171-172 (φθινόπωρο 2009)

 

19630_3Τάσος Λειβαδίτης. Ένας σύγχρονος ρομαντικός. Προσεγγίσεις και επανεκτιμήσεις.

Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία/όταν τη διηγούμαι σε κάποιον. Κι η δική μας ζωή αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν τόσοι συγγραφείς και μελετητές μάς «διηγούνται» κομμάτια της ζωής και της έργου ενός δημιουργού όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ανοίγοντας ακόμα περισσότερες πόρτες σε ένα έργο που συχνά έμοιαζε περιορισμένο σε μία μόνο όψη του: εκείνη του ενθουσιώδους οπτιμιστή και υψηλόφωνου πολιτικού οραματιστή. Όπως πάντα, ο πρόλογος του εκδότη Κώστα Μαυρουδή είναι το ιδανικό τρισέλιδο εισαγωγής στον κόσμο του τεύχους: κάποιες αναγνώσεις εδώ θα φωτίσουν και εκείνη την δραματικά λυγμική – αλλά ποτέ σε τόνους κλαυθυρμού – φωνή μιας βαθύτατης υπαρξιακής απελπισίας. Ο σαρκοβόρος χρόνος, η απάτη της ιστορίας, η έκπτωση του σώματος, η παρακμή της ωραιότητος, το άγιο λάθος είχαν μόνιμη θέση στους στίχους του. Ο Λειβαδίτης στην ώριμη φάση του ήταν ένας νεορομαντικός ποιητής

Παλαιότερες αναγνώσεις των Νικηφόρου Βρεττάκου, Κώστα Κουλουφάκου, βιωματικές προσεγγίσεις των Τίτου Πατρίκιου και Κωστή Γκιμοσούλη, απόσπασμα γραπτού του ίδιου του ποιητή για την Ποίηση της Ήττας από την Επιθεώρηση Τέχνης, ενθυμήσεις της κόρης του Βάσως Χαλά – Λειβαδίτη, κείμενα για ειδικότερα θέματα, όπως οι διώξεις του (Γιώργος Χ. Θεοχάρης), τα ποιήματα της περιόδου της «λυπημανίας» (από τα καφκικά πεζά στο Εκκρεμές (1966) στην επάνοδό του το 1972 ως ενός έκπτωτου της ανθρωπότητας) (Δημήτρης Αγγελής), το μοτίβο της παιδικότητας (Αφροδίτη Αθανασοπούλου). Πάντα πολλά προσθέτουν και οι Γ. Βέης, Γ. Δουατζής (που μας θυμίζει πώς και πως δεν μίλησε σε μέσο ενημέρωσης ποτέ), Δ. Κοσμόπουλος, Γ. Μπλάνας, Δ. Μέντη, Μ. Πρατικάκης, Δ. Ραυτόπουλος κ.ά.

Αντιγράφω από τον πάντα λακωνικό Γιάννη Κοντό για τα λαϊκά ξενοδοχεία – τόπους ερωτικών συναντήσεων μιας άλλης εποχής, για τα οποία ο Λειβαδίτης έχει γράψει τα περισσότερα μεταπολεμικά ποιήματα: Η λάμπα στη μέση του ταβανιού κρέμεται σαν το σκοινί του κρεμασμένου και μια ντουλάπα στο βάθος κρύβει ένοχα μυστικά! Η μπαλκονόπορτα κλειστή- αν είναι καλοκαιράκι, ανοίγει για λίγο, και η λερωμένη κουρτίνα γεμίζει αέρα και πλαταγίζει σαν σημαία ηττημένου στρατού. (…) Τα κτίρια αυτά ήταν συνήθως βαμμένα με ώχρα, ώστε να μπερδεύεται το απόγευμα στις αποφάσεις του. Το ποίημα οδηγείται στο δωμάτιο και στο παλιό κρεβάτι για να ενωθούν τα σώματα. Για άλλη μια φορά το αφιέρωμα του περιοδικού είναι ερεθιστικότατο, για άλλη μια φορά η τιμή ολοκληρώνεται με ένα ψηφιακό δίσκο 8 ποιημάτων από τη φωνή του Γιάννη Καταλειφού.

Ακόμα: ελληνική φανταστική λογοτεχνία, ο αόρατος κινηματογράφος, επιστολή του Ν. Καχτίτση στον Ε.Χ. Γονατά, δυο εξαιρετικές συζητήσεις με την μετρ διηγηματογράφο Άλις Μούνρο και τον Φρανθίθκο Γκονζάλεθ Λεδέσμα, αντιφασίστα νουαρογράφο λάτρη της Βαρκελώνης, ακριβώς δηλαδή όπως ο Μονταλμπάν, που όμως μας είναι άγνωστος χάρη στην καταδίκη στη λήθη που του επιφύλαξε ο Φράνκο. Αν ρίχναν ένα καράβι μες το μυαλό μου θα ναυαγούσε έγραφε στο «Σήμα Κινδύνου» ο Λειβαδίτης. Ευτυχώς, κάποιοι από αυτές τις σελίδες και κάποιοι από εμάς, είμαστε ήδη στον βυθό και θα το δούμε. [232 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

16
Νοε
09

Yann Tiersen Live at Fuzz

 

Οι Your Hand In Mine άνοιξαν ένα κίτρινο βαλιτσάκι, πήραν λάπτοπ και κιθάρα διπλής όψεως (χορδές μπροστά, δίσκος ανεμιστήρα πίσω), φύσηξαν μια μελλόντικα για μελλοντικά σάουντρακ και εν γένει μόνταραν ένα κατάλληλο προοίμιο παιγνιδιώδους μουσικής, με κολάζ από το στιλ τους, την toy pop, τον Pascal Comelade και την ευρεία electronica. Αυτός δε ο τύπος που έμοιαζε με τον Tiersen και βγήκε στη σκηνή φτιάχνοντας τα μηχανήματα κερδίζοντας το χειροκρότημα του κόσμου και άπειρες φωτογραφίες, δεν ήταν παρά ένας απ’ το πλήρωμα. Και είχε την μεγαλύτερη φωτογένεια απ’ όλους.

Ο Tiersen έπαιξε ένα εκπληκτικό σετ, καταιγιστικό και απρόβλεπτο, πολύ περισσότερο για εκείνους που ήρθαν ανυποψίαστοι περιμένοντας να ακούσουν τρυφερά κουδουνίσματα και ρομαντικά αμελή βαλσάκια. Όταν ακόμα και οι πιο ελευθέριοι σκόρερς έχουν δυο βασικές επιλογές για τα live τους (= ή ορχηστράτοι να παίξουν απαράλλαχτα τα κινηματογραφικά τους θέματα – ώστε να τα ακούσει ο κόσμος για χιλιοστή φορά κι εκείνοι ακόμα περισσότερες – ή να καλέσουν μερικούς φωνητικούς να τα ερμηνεύσουν, σ’ ένα νηφάλιο γκαλά), εκείνος ξεγλιστράει. Η δική του επιλογή αρχίζει από την αποδόμηση των κομματιών του και συνεχίζεται ως ένα κατά κυριολεξία «ολοζώντανο μουσικό κουτί» που περιέχει τα πάντα. Τα πάντα όμως από τι;

Από ένα προσωπικό παρελθόν μυριάδων ακουσμάτων και συγκεκριμένων συμμετοχών σε μπάντες που στην ουσία περιλαμβάνει όλη την post punk πορεία της τελευταίας τριακονταετίας. Όσο λιγότερο γνώριζε κάποιος την προϊστορία του, τόσο περισσότερο εκπλησσόταν. Κανένα κομμάτι δεν εξελισσόταν «ομαλά», κανένα δεν είχε ένα βασικό θέμα με τα γνωστά περιφερειακά. Μπορεί να άρχιζε με απόλυτο θόρυβο και να καταλάγιαζε σε ξέχωρη μελωδία ή σε παράσταση για ένα όργανο. Μπορεί να ξεκινούσε ηλεκτρονικό δρομολόγιο Orbital – Autechre, και να χανόταν στον αγγελικό θόρυβο της 4AD, των Modern English, των Cocteau Twins (ως το 83), των Μ83. Μπορεί να ξεκινούσε σαν κινηματογραφική εγχορδία α λα Nyman/Glass και να εκτροχιαζόταν σε ψυχεδελικότατους φαρφιζοειδείς αυτοσχεδιασμούς. Μπορεί να ξεκινούσε σε πειραματική electronica και να προσγειωνόταν σε βελβετικούς και κραουτευτονικούς καταρράκτες.

Σε αυτό το ηχοσύστημα όλοι ήταν απαραίτητοι. Δυο εξτρέμ, κιθαρίστας και μπασίστας σε κατάσταση έξαψης, ένας τερματοφύλακας στα κρουστά και μια λίμπερα στα πλήκτρα κύκλωναν τον Τίρσεν που είχε δεκάρι δίπλα του τον … Matt Elliott. Οι δυο κόλλησαν μετά την κοινή τους συμμετοχή στο The Dark Age Of Love (δίσκο με διασκευές των Coil, που ο επιζών Peter Christopherson χαρακτήρισε σαν τις πιο ιδιαίτερες και όμορφες εκδοχές τους) ως μέλη της κολλεκτίβας των This Immortal Coil (διπλό λογοπαίγνιο, ο νοών νοείτω), έκαναν μαζί εκεί 3 τραγούδια, ο Υ. κάλεσε τον Μ. στον δίσκο του Dust lane και γενικώς παίζουν μαζί. Ο Elliott με τον Tiersen κυκλώνονταν από μόνοι τους με μια πρωτοφανή αύρα ο καθένας τους. Ο πρώτος ακίνητος, αφοσιωμένος στην ακουστική του κιθάρα, στις φωνητικές εμβολές, στην εξ επαφής χρήση του μικροφώνου, στις σελίδες ενός ανοιχτού βιβλίου. Ο δεύτερος μοιρασμένος στην τριπλοβάρδια πλήκτρων, κιθάρας και βιολιού. Η πεντάδα έχτιζε έναν συμπαγή τοίχο κι εκείνος πλανιόταν στον κόσμο του, στους ανισόπεδους κόμβους από την κλασική μουσική παιδεία στο χάος της electronica και του πρωτογενούς κιθαριστικού ροκ εντ ρολλ.

Συναρπαστικές στιγμές τα κομμάτια που τραγούδησαν όλοι σε αρμονική … πενταφωνία (ιδίως το Palestine, από ένα ταξίδι που τον σημάδεψε), ένα οργανικό ονόματι Ashes (;),κι εκείνα τα σημεία που τα drums χαμήλωναν και γίνονταν υπόκωφα καθώς άλλαζε η ροή του κομματιού: κατευθείαν απ’ την καρδιά του post punk. Όταν δε έμενε μόνος με το βιολί του το κοινό κρατούσε ευλαβική ανάσα. Το τριτράγουδο (;) ανκόρ τελείωσε με το αμέλιο βαλς σε ψυχεδελικότροπη πληκτρολόγηση. Ο ορισμός του απρόβλεπτου live. Ποτέ δεν ήξερες τι θα ακολουθήσει μετά ή και στο ίδιο το τραγούδι. Ως σήμερα σκεφτόμουν τον Piovani ως καταλληλότερο συνθέτη για να αναλάβει το σάουντρακ του φιλμ της συναρπαστικής μου ζωής, αλλά αυτός εδώ γνωρίζει πολύ περισσότερα…

ΥΓ. Η συναυλία ήταν sold out, πολύ κόσμος έμεινε απ’ έξω, ο χώρος ευτυχώς αναπνευστικός και η οργάνωση άρτια.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




 

Δεκεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοε    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 45,698 hits

E-mail: Lambrossss – at – gmail.com

Σελίδες