Αρχείο συγγραφέα για pandoxeio

09
Δεκ
09

Τζοάννα Μάρεϋ – Σμιθ – Το Γυναικείο Είδος

 

Θεατρική Ομάδα Αλυπίας Πράξεις

Η Μάργκο Μέισον, φεμινίστρια συγγραφέας, ευπώλητη θεωριών – κατευθύνσεων που το κοινό της ακολουθεί πιστά – τυφλά, βρίσκεται σπίτι της ασθενούσα από συγγραφικό μπλοκάρισμα και ασφυκτιούσα των προθεσμιών. Εκεί εισβάλλει η  πρώην φοιτήτριά της Μόλλυ Ρίβερς και την δένει με χειροπέδες στην καρέκλα του γραφείου της, κατηγορώντας την για μετάλλαξη των ζωών τους: η μητέρα της, ως φανατική αναγνώστριά της, την έδωσε μικρή για υιοθεσία και πρόσφατα έπεσε στις ράγες του τρένου αγκαλιά με το βιβλίο της Το Ευφυές Αιδοίο, ενώ η ίδια έκανε επέμβαση για να μην μπορεί να κάνει παιδιά. Οι διάλογοι που ακολουθούν (με το περίστροφο στραμμένο στην αιχμαλωτισμένη) είναι κοφτεροί, στα όρια μεταξύ αυτοδιάθεσης και ευθύνης τρίτων. Μέχρι ποιο όριο δικαιούται να πειραματίζεται ο συγγραφέας, δημιουργώντας ο ίδιος ζωντανές αποδείξεις της προπαγάνδας του; Μπορεί να εγκληθεί για πράξεις που ενέπνευσε στους αναγνώστες του;

«Η αυτάρκεια είναι το γυναικείο βιάγκρα». «Οι γυναίκες που νοιώθουν δυστυχισμένες, ας εγκαταλείψουν τα παιδιά τους». «Όταν γεννιέται ένα παιδί πεθαίνει μια νουβέλα!». «Η μητρότητα είναι γενετικός αυνανισμός». «Η δύναμή σου κινδυνεύει να μετριαστεί από την αγάπη». Η Μέισον οφείλει να απολογηθεί για τις συνεχείς μεταστροφές συνθημάτων και θεωριών, που στην ουσία αποτελούσαν εμπορικά τρικ. Άλλωστε στην ανταγωνιστική της αντιπαράθεση με τη νεαρή οπλοφόρο η συγγραφέας δεν σταματάει να εμπνέεται για τίτλους υποψήφιων βιβλίων. Κλειτορισμός, Μαντάμ Ωοθήκη, Σε βρήκα στο Google.

Στην παρέα προστίθενται σταδιακά: η κόρη της Μέισον, ένα σωματικό ράκος από τον συζυγικό και μητρικό ρόλο, που μαθαίνει έκπληκτη πως χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα προς αποφυγή στα πανεπιστημιακά μαθήματα της μητέρας της, κι ακόμη ο γαμπρός της, ένας ταξιτζής κι ο εκδότης της. Το όπλο αλλάζει χέρια, ο καθένας έχει κάτι να προσάψει στον άλλον,  να τον φέρει αντιμέτωπο με το μοντέλο της ζωής του αλλά και ν’ απολογηθεί για το δικό του. Αν σε κάποιες στιγμές οι εντάσεις καταλαγιάζουν και διακρίνονται σημεία επαφής, λίγο αργότερα ξανά όλα είναι έτοιμα να εκραγούν και το περίστροφο στην γωνιά του δωματίου είναι ζωντανή πρόκληση.

Εύγλωττη κωμωδία, μεταξύ φάρσας, σάτιρας και πρόζας α λα Μάμετ, εναλλασσόμενη μεταξύ σοβαρότατου και αστειότατου, τραγικού και ξεκαρδιστικού. Από τη μια ο εγκλωβισμός στο ρόλο της νοικοκυράς – Εσείς πήγατε το φεγγάρι, ενόσω εμείς βρισκόμασταν στην κουζίνα ψήνοντας κουλουράκια - από την άλλη το μεταφεμινιστικό χάος και στη μέση οι ρόλοι που αναλαμβάνουμε για να φτάσουμε στο άλλο άκρο από αυτό που θέλουμε ν’ αποφύγουμε. Και τελικά μήπως το βιογραφικό του καθενός μας πρέπει να περιλαμβάνει τα σχετικά τραύματα; Κάπως έτσι συστήνει τον κόσμο μεταξύ τους ένας χαρακτήρας εδώ. Στο τέλος ο ατζέντης βρίσκει τα αντίπαλα δέοντα της Μέισον εξίσου ελκυστικά και εμπορεύσιμα. Συμβόλαια για όλους. Ίσως στο μέλλον σταματήσει και η συνεργασία με την κυρία, δεν πουλάει πια. Δεν ειπώθηκε, αλλά διαφάνηκε. Να σημειωθεί πως το έργο ανέβηκε με πάταγο στο West End του Λονδίνου το 2008 και φέτος στο L.A. με την Ανέτ Μπένινγκ.

Σκηνοθ. Κατερίνα Νικολοπούλου, μτφ. Άμυ Πασσά, σκην. – κοστ. Μαρία – Ελένη Καποτοπούλου. Παίζουν: Αννέτα Παπαθανασίου, Άμυ Πασσά, Χριστίνα Κάπαδοχα, Δημήτρης Μοσχονάς, Χρήστος Συρμακέζης, Στέφανος Αθανασόπουλος. / Booze Cooperativa, Κολοκοτρώνη 57, τηλ. 211-40008631 – 23/12 (Δευτ. – Τρ.), 1-18/1 (Τετ. – Κυρ.).

[Joanna Murrey Smith, The female of species, 2006]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. 

 

08
Δεκ
09

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19 (φθινόπωρο 2009)

 

Αυτά έχει η ζωή, τιτλοφορείται το φθινοπωρινό «δέκα στα δέκα/τα» τεύχος καθώς το τραγικά απρόβλεπτο και απρόβλεπτα τραγικό της κυριαρχεί στα περισσότερα κείμενά του. Το διηγηματολόγιο των (δε)κάτων είναι πάντα γεμάτο από συνεργασίες με νέα ονόματα και μπορεί κανείς να πει πως εδώ κάθε φορά βράζει νέο λογοτεχνικό αίμα. Από τους «παλιούς» συμμετέχουν οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Αρκουδέας κ.ά. Αφηγήματα από Κώστα Βούλγαρη και Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, απόσπασμα από το φρέσκο μυθιστόρημα του Κώστα Καβανόζη, o Αλέξανδρος Ίσαρης στο μαγνητόφωνο. Ο J.M. Coetzee λογοτεχνεί Καθώς μια γυναίκα γερνάει και ο Περουβιανός Javier Silva Meinel εκθέτει 7 μαυρόασπρες υποβλητικές φωτογραφίες με θέμα Τελετές από τις Άνδεις. Ανταποκρίσεις από Περού και Νέα Υόρκη, γράμμα από το Μεξικό ή Πώς οι σαπουνόπερες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Το εν λόγω κείμενο είναι απίστευτο!

Ιδιαίτερο και συζητήσιμο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστολή του Τζόναθαν Λίτελ στο περιοδικό και ο σχετικός σχολιασμός από την Guardian – αμφότερα δημοσιεύονται εδώ. Να θυμίσω πως ο Λίτελ ήταν ο βραβευμένος των (δε)κάτων για τις Ευμενίδες, το ογκώδες αμφιλεγόμενο βιβλίο με τον παραληρηματικό ήρωα – εγκληματία των SS. Αντιγράφω: Πάντα πίστευα ότι η λογοτεχνία είναι μία κατ’ εξοχήν ιδιωτική υπόθεση. Και το τι συμβαίνει ανάμεσα σε ένα συγγραφέα και το έργο του ανήκει σε μία σφαίρα εντελώς διαχωρισμένη από τη διάδραση αυτού του έργου με αυτούς που το διαβάζουν, το σχολιάζουν, το εγκωμιάζουν ή το καταδικάζουν. Η ιδιωτικότητα είναι για μένα μία θεμελιώδης προϋπόθεση για να δημιουργώ, για να εργάζομαι. Ήταν και πριν δημοσιευτεί το βιβλίο μου και παραμένει μέχρι σήμερα. Με αυτό το πνεύμα εκφράζω την ελπίδα μου ότι η αδυναμία μου να είμαι σήμερα μαζί σας θα εκληφθεί ως αυτό που είναι, μία εκδήλωση της κοινής αγάπης μας για τη λογοτεχνία. [192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

06
Δεκ
09

Λογοτεχνείο, αρ. 43

 

Γιόζεφ Μπρόντσκι, Αυτό που ονομάζουμε εξορία, Το Δέντρο, τεύχος 37-38 (Μάρτιος – Απρίλιος 1988), Κείμενα της εξορίας, σ. 81 (το κείμενο σ. 77-83), [Joseph Brodsky, 1987].

Η εμπειρία της εξορίας σε μεταφέρει εν μια νυκτί εκεί όπου θα χρειαζόσουν μιάν ολόκληρη ζωή να φτάσεις. Δεν με πειράζει καθόλου αν η παρατήρηση αυτή ακούγεται σαν διαφημιστικό μήνυμα: ήρθε ο καιρός να πουληθεί αυτή η ιδέα, είναι ανάγκη να υπάρξουν περισσότεροι αγοραστές. Εδώ ίσως να βοηθούσε μια παρομοίωση: ο εξόριστος συγγραφέας μοιάζει μ’ έναν σκύλο – ή και μ’ έναν άνθρωπο – που εκτοξεύτηκε στο διάστημα μέσα σ’ ένα διαστημόπλοιο. (Η αναλογία με το σκύλο μου φαίνεται ακριβέστερη αφού κανείς δε θα νοιαστεί να τον ξανακατεβάσει στη γη). Για να συμπληρώσω την παρομοίωση πρέπει να προσθέσω ότι ο ταξιδιώτης δεν αργεί να ανακαλύψει ότι το διαστημόπλοιό του δεν έλκεται από το πεδίο βαρύτητας της Γης αλλά από κάποιο άγνωστο διαστημικό κέντρο βαρύτητας. Προφανώς το διαστημόπλοιο που περικλείει τον ταξιδιώτη συμβολίζει τη γλώσσα του. 

Στον Τάσο Καλούτσα

04
Δεκ
09

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχη 85 και 86

 

Τεύχος 85 (Απρίλιος – Ιούνιος 2009)

Η εξαιρετική φωτογραφία του εξωφύλλου είναι του François Delebecque, ενός από τους σπάνιους, αν όχι τους τελευταίους φωτογράφους που ασχολούνται με το ασπρόμαυρο γυμνό. 11 δείγματά του παρουσιάζονται στο ένθετο Camera Obscura που πάντα τέμνει στη μέση κάθε εντευκτηριακό τεύχος. Δυο «διεθνείς» (Haruki Murakami, William Trevor) και 5 εγχώριοι συγγραφείς από την καλύτερη πάστα που διαθέτουμε (Διαμαντής Αξιώτης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Γιάννης Καισαρίδης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Σοφία Νικολαΐδου) παραδίδουν εξαιρετικά διηγήματα, με εξαίρεση την τελευταία που ξεκλέβει απόσπασμα από μελλοντικό μυθιστόρημα. Ο Σάκης Σερέφας παραδίδει το κείμενο που διάβασε στην επίσημη προβολή της ταινίας «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος διηγείται πώς γνώρισε τον Μενη Κουμανταρέα ως «πρωτοεμφανιζόμενος». Ακόμα, ποίηση Διονύση Καψάλη, Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Δήμητρας Χριστοδούλου, Βασίλη Αμαντίδη, του Σλοβάκου Jan Zambor κ.άλλων, συνεργασία Ντίνου Χριστιανόπουλου, κείμενα για τον Μπέργκμαν και για μια κοσμοπολίτικη αποεθνικοποιημένη Ευρώπη μεταναστών.

Τεύχος 86 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009)

Με αφορμή την εκατονταετία από την γέννηση του Φράνσις Μπέικον το τεύχος παρουσιάζει ένα εκλεκτό αφιέρωμα στην ζωή και το έργο του κατεξοχήν εικονογράφου του 20ού αιώνα. Βιογραφικά και εργογραφικά σημειώματα, ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, ο θάνατος και ο πόνος στις συνθέσεις του, ένα τρίπτυχο από τον Ηλία Μαγκλίνη, κείμενο του John Maybury, σκηνοθέτη της ταινίας Η αγάπη είναι ο Διάβολος: Μελέτη για ένα πορτραίτο του Φράνσις Μπέικον, προσωπική εξομολόγηση του Μίλαν Κούντερα, ο «καταραμένος» δημιουργός και η ομοφυλοφιλία, και μια φορτισμένη διήγηση του Ηλία Κουτσούκου. Δεν ήξερες ρε Ηλία, δε ρώταγες;

Κατά τα άλλα, ο Dino Buzzati ανοίγεται σε ένα λυρικότατο κείμενο περί ανώφελων καλεσμάτων σε κάποια που αγάπησε οριακά, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης δίνει φωνή σε μία ακόμα αξιόμνημη ηρωίδα, η Μαρία Κουγιουμτζή διηγηματογραφεί στη μνήμη Ν. Γ. Πεντζίκη. Ακόμα: ποίηση Γιώργη Μανουσάκη, Αλεξάνδρας Πλαστήρα, Thom Gunn (που μαζί με τον Τεντ Χιουζ και Φίλιπ Λάρκιν καταχωρούνται ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες φωνές της πρώτης σημαντικής βρετανικής μετά Έλιοτ – Ώντεν γενιάς), εξαίρετες μικρές φόρμες του Alfred Polgar, διηγήματα Νικήτα Παρίση και Joseph Kessel, διαδικτυακή παράθεση σκέψεων Φίλιππου Δρακονταειδή και Χρήστου Χρυσόπουλου με αφορμή το μυθιστόρημα του τελευταίου Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, κείμενα για τον Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς ever forever), νέα στήλη με αξιοσημείωτα αποκόμματα εφημερίδων.

Κλείνω με κομμάτι από τον Observer: Όπως έγραψε ο συγγραφέας Πωλ Μπόουλς, το κρανίο του Μπέικον έμοιαζε έτοιμο να εκραγεί από εσωτερική πίεση. Ή, ίσως το κρανίο του ήταν πιθανότερο να υγροποιηθεί, να λιώσει όπως το κερί από κάποια φαντασίωση έκρηξης που έκρυβε μέσα του. Μπορούσα να φανταστώ έναν σωρό από μπογιά παπουτσιών, μάσκαρα, ρουζ και αμμωνία να λερώνει το παχύ χαλί της Όπερας. Μετά από μερικά χρόνια σκληρής δουλειάς στη διάρκεια της ημέρας και αυτοκαταστροφικών απολαύσεων τη νύχτα, ο Μπέικον πέθανε το 1992 μετά από καρδιακή προσβολή στη Μαδρίτη. Τώρα, πάμπλουτοι έμποροι όπλων συναγωνίζονται για να αποκτήσουν τα έργα του. [208 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

02
Δεκ
09

Αλεξέι Αρμπούζωφ – Φθινοπωρινή Ιστορία

 

Θέατρο Άλμα

Θα θυμόμαστε ότι κάποτε μας αγάπησαν με πάθος

Να ξεκινήσω από τον συγγραφέα ή τον ηθοποιό; Ας αφήσω για λίγο στην άκρη τον πρώτο να ησυχάζει στα ράφια ή να ξυπνάει στις πρόβες κι ας αρχίσω μ’ αυτόν τον Υποκριτή και Υποκρινόμενο. Αναρωτιέμαι πότε θα σταματήσει ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος να καταλαμβάνει ολόκληρη την σκηνή και να αιχμαλωτίζει την προσοχή όλων απλά και μόνο με την παρουσία του. Χωρίς να θέλεις να χάσεις ούτε ρυτίδα, ούτε βλέμμα, ούτε συλλαβή.

Σ’ ένα παραλιακό θεραπευτήριο συναντιούνται στις αρχές του φθινοπώρου (της χρονιάς και της ζωής τους) ο χειρούργος και διευθυντής του ιδρύματος Ροντιόν και η φιλοξενούμενη Λύντια, τέως νουμερίστα και νυν ταμίας τσίρκου σε τσίρκο συναντιούνται στις αρχές Εκείνος ζει κλεισμένος στον εαυτό του, αρκούμενος στην ορθή λειτουργία του αναπαυτηρίου  – «σανατορίου», εκείνη παραβαίνει κατ’ εξακολούθηση τους κανονισμούς συνεπώς οι μοναχικές τροχιές τους οδηγούνται σε ευθεία μετωπική. Κάπως έτσι ξεκινάει μια σειρά επιθετικών διαλόγων που σταδιακά καταλαγιάζουν σε ένα συνεχές παιχνίδι δράσης – αντίδρασης κι έλξης – απώθησης. Οι τροχιές τώρα στροβιλίζουν η μία γύρω απ’ την άλλη.

Το αντιφατικό ντουέτο συναντιέται μέσω ενός συνεχούς διαλόγου, με λέξεις που αφήνουν κενά και υπονοούν περισσότερα. Αυτός απορεί πώς ταιριάζει στο μυαλό της τόσο παράταιρα πράγματα, εκείνη ξαφνικά νοιώθει την επιθυμία να ακούσει να προφέρουν το όνομά της. Εκείνος παραδέχεται Θα μ’ άρεσε να δω ένα τσίρκο, εκείνη: Τώρα τελευταία νοιώθω την ανάγκη να θυμηθώ όλα τα ονόματα που γνώριζα κάποτε και να μην τα ξεχάσω πια. Κι οι δυο ομολογούν πως κάποτε μισούσαν τις ομπρέλες, ενώ τώρα και την ομπρέλα θέλουν και την βροχή φοβούνται. Η εξωστρέφειά της εφάπτεται της ερμητικότητάς του και σ’ αυτή τη διαλεκτική του ησυχαστηρίου, η ερωτική συνύπαρξη είναι αναγκαιότερη από την συνεύρεσης, και το αίσθημα υπερτερεί του έρωτα. 

Ο Αλεξέι Αρμπούζωφ, ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς της Μεταπολεμικής Σοβιετικής Ένωσης που το έργο τους έχει ξεπεράσει τα όρια της πατρίδας τους, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Μόσχα κι έγραψε τα περισσότερα έργα του στη Γιάλτα. Αυτό εδώ, Μια παλαιομοδίτικη κωμωδία, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του, ήταν και το τελευταίο του (1975). Ορθά ο Ερρίκος Μπελιές στο σημείωμά του ανιχνεύει την καταγωγή του στη γραμμή των Τσέχωφ, Οστρόφσκι, Τουργκένιεφ, Γκόγκολ, Μαγιακόφσκι, Γκριμπογιέντοφ, Κατάγιεφ, Έρντμαν. 

Καθώς η κολεκτιβοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης είχε ισοπεδώσει κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, καθημερινότητας και διαπροσωπικών σχέσεων, οι δυο συζητητές έχοντας βιώσει εκείνο το καθεστώς προσπαθούν από τη μια να διατηρήσουν το τείχος που έχουν μάθει να χτίζουν γύρω τους αλλά και να σκάψουν ανοίγματα προς την θέα του άλλου. Όμως οι αποστάσεις που κράτησε ο Αρμπούζωφ [1908-1986, βλ. ακόμα Τάνια και Καημένε μου Μάρικ] από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και η εμμονή στα αιώνια θέματα εξάπλωσε τα έργα του πέρα και μετά τον Σοβιετικό Κόσμο. 

Απόψε η ζωή μού φάνηκε αλλιώτικη. Τόσο ο Γ. Μιχαλακόπουλος όσο και η Κατερίνα Μαραγκού είναι υπεράνω κριτικής, σε αυτή την δίδυμη ψυχογραφία αντιηρώων που δεν έχουν εγκαταλείψει την επιθυμία να τρέξουν ως τα όρια της προσωπικής ευτυχίας, ακόμα και τώρα που ο χρόνος μοιάζει μικρός, που γνωρίζουν καλά πως η συμπληρωματική παρουσία του άλλου αποτελεί απαραίτητο συνοδηγό. Γι’ αυτό και ο κήπος του ησυχαστηρίου, ένα γειτονικό ζαχαροπλαστείο, οι παλιές γειτονιές της Ρίγα, ακόμα και οι τάφοι αγαπημένων προσώπων γίνονται σκηνή για «μια αποχαιρετιστήρια θριαμβική παράσταση» ή και το πρελούδιο μιας ακόμα! 

Μνεία στο άρτιο (και αισθητικά) πρόγραμμα της παράστασης, με χρονολόγιο και παλαιότερη συζήτηση με τον συγγραφέα, παραστασιογραφία στις  ελληνικές σκηνές, αποσπάσματα κριτικών, κείμενα για το σοβιετικό δράμα την δεκαετία του ’70 και τις σχέσεις ελληνικής και σοβιετικής δραματουργίας. 

Παίζουν: Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Κατερίνα Μαραγκού. Απόδοση: Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθ.: Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, σκην. – κουστ.: Γιώργος Πάτσας, μουσ. Ευανθία Ρεμπούτσικα. Θέατρο Άλμα, Κεντρική Σκηνή, Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15 –17, Ομόνοια, 210-5220100.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

 

30
Νοε
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 20. Αύγουστος Κορτώ

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τόμας Μαν, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Μίλαν Κούντερα, Μάργκαρετ Άτγουντ, Ρουθ Ρέντελ, Τζόναθαν Φράνζεν.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η αθανασία, Ο τυφλός δολοφόνος, Λολίτα, Οι διορθώσεις, Η κούκλα που σκοτώνει, Δόκτωρ Φάουστους.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Όλα τα διηγήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Σάλιντζερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου (μέχρι τα μπούνια), ο Κυριάκος Μαργαρίτης και η Έλενα Μαρούτσου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Φέλιξ Κρουλ.

Παρουσίαση των βιβλίων σας; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Αφ’ ης στιγμής γραφτούν, τα βιβλία μου μού προξενούν απέραντη πλήξη (και δεν πρόκειται για μεταμφιεσμένο ακκισμό ή οίηση). Επομένως, αν και συνήθως αγαπάω πιο πολύ το στερνοπούλι μου, γενικώς δεν έχω έρωτα με το συγγραφικό μου παρελθόν.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι, η αλήθεια είναι πως το τελευταίο μου alter ego, ο Πιοτρ Ραμπίνοβιτς, την ιστορία του οποίου θα δημοσιεύσω σε λίγους μήνες, με επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ου, πώς. Σε πλοία, τρένα, κρατώντας σημειώσεις στο πόδι σε ταξίδια, σε πάρκα και μουσεία… Αλλά η σοβαρή δουλειά γίνεται μόνον άπαξ και στρώσω τον κώλο μου στον οικόσιτο κομπιούτορα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Οι ιδέες μου είναι σαν τα σπερματοζωάρια – οι πιο σφριγηλές επιβιώνουν, και γονιμοποιούν το προσεχές βιβλίο. Αλλά όπως και στην εμβρυογένεση, η ανάπτυξη κι ωρίμανση της όποιας γόνιμης ιδέας έχει έναν αέρα εγκεφαλικής (τουτ’ έστιν, βιολογικής) μαγείας.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, εξόν απ’ τον λατρευτό μου Χατζιδάκι, ακούω μόνο κλασική. Στο γράψιμο προτιμώ τον εικοστό αιώνα – Σοστακόβιτς, Σνίτκε, Πουλένκ… Όταν διαβάζω μου είναι αδύνατον ν’ ακούω μουσική. Κι όσο για τις ιδιαίτερες προτιμήσεις μου, Θεός μου είναι ο Σούμπερτ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Πολύ ευχαρίστως. Μουσικό θρίλερ στη μετασταλινική Ρωσσία, με στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, συνωμοσιολογικής μπαλαφάρας, μεταφυσικού, υπερφυσικού και πέρα για πέρα αφύσικου. Υπομονή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το Εκκρεμές του Φουκώ – κι ομολογώ πως έχω μαγευτεί.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Ποια μετάφραση απολαύσατε περισσότερο, ποια σας έβγαλε την ψυχή;
Η λογοτεχνική μετάφραση, εκτός από βιοπορισμός, είναι για μένα ένα ανεκτίμητο επιμορφωτικό εργαστήριο – προσπαθώντας να αποδώσω όσο καλύτερα μπορώ τα κείμενα σπουδαίων συγγραφέων, απομυζώ, έστω και στάγδην, το μεγαλείο τους. Επομένως, όχι μόνο δεν υπονομεύει τα γραπτά μου, αλλά τα ωφελεί αφάνταστα. Οι ρυθμοί μου είναι ρυθμοί μεροκαματιάρη: ένα εξάωρο μίνιμουμ κάθε μέρα, ούτε Σαββατοκύριακα, ούτε αργίες. Τώρα, από ψυχοβγάλτες… ο συγχωρεμένος ο Άπνταϊκ μπορεί να σου κάνει τα νεύρα κρόσια, αν και πιο πολύ με εξουθένωσε το τελευταίο τούβλο της Τζόις Κάρολ Όουτς. Όσο για την αγαπημένη, ‘υιοθετημένη’ μου συγγραφέα, είναι σαφώς η μοναδική, η αξεπέραστη Άννι Πρου.

Δημοσίευση και στο mic.gr

 

29
Νοε
09

Λογοτεχνείο, αρ. 42

 

Χουάν Κάρλος Ονέτι, Η σύντομη ζωή, εκδ. Καστανιώτη, 2000, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σ. 55, 76 (Juan Carlos Onetti, La vida breve,1950).

Και εκείνη, παρά το θρήνο της την αυγή, στο τέλος θα αποκοιμιόταν, για να ανακαλύψει το πρωί, ενώ θα αποχωριζόταν βιαστικά τα όνειρά της, ότι τα λόγια παρηγοριάς δεν είχαν πλημμυρίσει το στήθος της κατά τη διάρκεια της νύχτας∙ ότι δεν είχαν αναβλύσει από το στήθος της, δεν είχαν συσσωρευτεί στιβαρά, ελαστικά και νικηφόρα, για να δημιουργήσουν το μαστό που έλειπε.

Θα βρω τον τρόπο να γελάσουμε, την ώρα που θα πέφτει η νύχτα, όρθιοι και ποθώντας ο ένας τον άλλον, στο Μοντεβιδέο, ακριβώς στη γωνία των οδών Μεδάνος και 18 δε Χούλιο, πριν από πέντε χρόνια. Τίποτα δε θα σταθεί ικανό να μ’ εμποδίσει να της χαϊδέψω το μάγουλο με ένα μονό μονότονο δάχτυλο, στην έξοδο του Λυκείου. Θα την υποχρεώσω να πιστέψει πως ένα τυχαίο περιστατικό μπορεί να συμπεριλάβει τη ζωή και ότι ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό δεν μπορεί να αλλοιώσει το νόημα μιας ζωής. Δεν αποκλείεται μάλιστα να ανασηκωθεί και να ζητήσει ένα τσιγάρο, ίσως φυσήξει τον καπνό με σταθερή βραδύτητα, προκαλώντας με, να βλεφαρίσει όπως παλιά και να μουρμουρίσει οποιοδήποτε κατάφωρο ψέμα για να με αναγκάσει να την αντιμετωπίσω.

Στην Μαρία Μήτσορα

28
Νοε
09

British Sea Power – Man of Aran (Rough Trade, 2009)

 

Η ταινία – ντοκιμαντέρ του Robert J. Flaherty (1934, (Μεγάλο Βραβείο Βενετίας το 1935) με θέμα την σκληρή καθημερινότητα των κατοίκων των νησιών του Άραν, στις Δυτικές Ιρλανδικές Ακτές, αποκτά νέο σάουντρακ με την ευκαιρία της έκδοσής της σε DVD. Η έκδοση περιλαμβάνει δυο εκτελέσεις του σάουντρακ, την στούντιο και μια ζωντανή από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Εδιμβούργου. Αντιστροφή από τα καθιερωμένα: είναι το DVD που συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο του δίσκου, κι όχι το αντίθετο.

Παθιασμένος με την ανθρωπολογία και τις εξερευνήσεις, ο Flaherty είχε ως όνειρό του να κινηματογραφεί τις ζωές σε όλες τις άκρες του κόσμου, όπως έκανε και σ’ αυτά τα βραχώδη νησιά μιας ταραγμένης θάλασσας στη δυτική πλευρά της Ιρλανδίας. Εδώ αντιμετώπισε τους χαρακτήρες του σαν εξιδανικευμένες μορφές, ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον καθημερινό τους ηρωισμό: γεωργία σε δύσκολα εδάφη, ψάρεμα σε απόκρημνους βράχους, κυνήγι καρχαρία για το απαραίτητο λίπος για τις φωτιστικές λάμπες τους. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε ντοκιμαντερίστικη γλώσσα, επιθυμώντας τον συνδυασμό μύθου και πραγματικότητας – συχνά μάλιστα κατηγορήθηκε ότι έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές τους σε ορισμένες δραματικές σκηνές.

Στις γνωστές ερωτήσεις τέτοιων περιπτώσεων, δηλ. α. αν η μουσική προσθέτει κάτι στο φιλμ και β. αν μπορεί να σταθεί εκτός φιλμ, η απάντηση εδώ είναι απερίφραστα θετική. Το αφηρημένο, οργανικό κιθαριστικό post rock τους ταιριάζει στα γκρίζα απόμακρα τοπία, συμβαδίζοντας άλλοτε με την αδιατάρακτη ηρεμία τους (λ.χ. στην τρυφερή συνομιλία πιάνου και εγχόρδων στο ομώνυμο) κι άλλοτε με τα τρικυμιώδη κύματα και τις μάχες με τα στοιχεία της φύσης (όπως το εντεκάλεπτο The South Sound με το την αξιομνημόνευτη ambient πιανιστική γραμμή ως το μέσο, προτού ξεσπάσει σε παράλληλη δραματική κιθαριστική κορύφωση).

Εδώ έρχονται εκ νέου δουλεμένα και ηχογραφημένα τρία προηγούμενα κομμάτια των BSP: το Boy Vertiginous είναι το North Hanging Rock και το It Comes Back Again γίνεται True Adventures (αμφότερα από το “Open Season”), ενώ το No Man is an Archipelago υπάρχει στο “Do You Like Rock Music?” ως The Great Skua. Η μεταμφίεση των τριών κομματιών δείχνει αν μη τι άλλο πως το κουιντέτο από το Brighton εύκολα γυρνάει τους διακόπτες του στο συγκεκριμένο είδος. Ενδιαφέρουσα η ελεγειακή διασκευή του Wander With Me (1964) του Jeff Alexander που έγινε γνωστό από ένα επεισόδιο του Twilight Zone, το μόνο τραγούδι εδώ με φωνητικά.

Είναι ίσως η ίδια η φύση αυτού του post rock να αποτελεί το πλέον κατάλληλο ένδυμα τέτοιων εικόνων, όπως ίσχυσε και παλαιότερα για Godspeed You! Black Emperor, Sigur Ros κ.λπ. Αυτές οι βουβές «μπαλάντες γέρων – κι όχι μόνο – ναυτικών» αναδίδουν τον παγωμένο αέρα, την μουντάδα και τα χαμηλά βαρομετρικά των εικόνων που κλήθηκαν να σκεπάσουν, αλλά και μια αυθύπαρκτη μαυρόασπρη, ποιητική ομορφιά.

Πρώτη δημοσίευση, αυτή τη φορά, εδώ.

27
Νοε
09

Περιοδικό Κ (Κριτική) 18 (Ιούνιος – Δεκέμβριος 2009)

 

Ποτέ, ποτέ σας δεν θα μάθετε το τι υποφέραμε/με τον μαγνήτη αυτό της κάθε συμφοράς στα μάτια/μια ολόκληρη ζωή πλάι στο μπαρούτι/και τη φωτιά να τρέχει μες στις φλέβες.
Σημαδεμένος από μια «εκ γενετής» δυσκολία, ο Σταύρος Βαβούρης έγερνε σπασμωδικα δεξιά κι αριστερά, αντιμετωπίζοντας δυσκολία στο βάδισμα, υποφέροντας σιωπηλά. Χαρακτήρας δύσκολος και ακαταλόγιστος, απομονώθηκε σταδιακά από όλους που δεν έπαψαν ποτέ να διαβάζουν την σπαρακτική του ποίηση. Εκδοτικά πλάνης και αυτοεκδιδόμενος, πάντα στις άκρες της ποιητικής σκηνής, άφησε ίχνη σε πολλούς ομότεχνους και μη, ορισμένοι από τους οποίους αναφέρονται από τον Γιάννη Βαρβέρη σε ένα ιδιότυπο προσκλητήριο. Το αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποιήματα και κείμενα (Γ. Χρονάς, Ν. Χριστιανόπουλος, Κ. Στεργιόπουλος – που έκανε την μόνη υπεύθυνη ανθολόγηση του έργου του στο βυσσινί βιβλίο του «Ερμή», 1977 – κ.ά.).

Ακόμη πέντε πολυασχολούμενοι της νεοελληνικής πεζογραφίας συζητούν για τάσεις, προτάσεις και ανατάσεις του είδους από το 1974 έως σήμερα, με ονόματα και έργα όμως, όχι ασάφειες και γενικότητες! Ακόμη, δοκίμια για Προύστ και Κάφκα, διήγημα Χριστόφορου Μηλιώνη, ανέκδοτο ποίημα Νάνου Βαλαωρίτη, επιλογές ποιημάτων Τάσου Δενέγρη και Γιώργη Παυλόπουλου από τον Γιάννη Βαρβέρη, επιστολικός διάλογος του συγγραφέα Γιάννη Κιουρτσάκη με τον Κων. Πουλή με αφορμή το βιβλίο του πρώτου και οι γνωστές χορταστικές κριτικές. [208 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

26
Νοε
09

Δάφνη Ντι Μωριέ – Η Παλίρροια του Σεπτέμβρη

 

Θέατρο Αμιράλ

Τους τελευταίους μήνες και χάρη σε νέες εκδόσεις έχουμε την τύχη να ξαναδιαβάζουμε την εξαιρετική συγγραφέα που μάθαμε να συνδέουμε με τις κινηματογραφικές της μεταφορές: Τα πουλιά, Η ταβέρνα της Τζαμάικα, Ρεβέκκα κ.ά., τιμημένα από σκηνοθέτες όπως ο Α. Χίτσκοκ και ο Νίκολας Ρεγκ – στο κορυφαίο Not After Midnight (Don’t Look Now). Υποτιμημένη εδώ αλλά πάντα κλασική στον υπόλοιπο κόσμο, η ντι Μωριέ υπήρξε μια γυναίκα που πίσω από το ήρεμο πρόσωπο και τη νηφάλια συμπεριφορά ψηνόταν από προσωπικούς φόβους και εμμονές. Όμως αυτή η ηγερία των μαύρων παραμυθιών δεν περιορίστηκε μόνο σε γοτθικές ή σκοτεινές ιστορίες. Μια τέτοια διαφοροποίηση αποτελεί η Παλίρροια, το τρίτο και τελευταίο θεατρικό της έργο, όπου συνθέτει το γνωστό μοτίβο του απαγορευμένου έρωτα και των βασανιστικών του εκδηλώσεων αλλά με τον δικό της τρόπο: γεμάτο εσωτερικές εντάσεις και τρεμάμενες κινήσεις.

Yesterday when I was young / So many drinking songs were waiting to be sung / So many wayward pleasures lay in store for me / And so much pain my dazzled eyes refused to see. Η Στέλλα, μια όμορφη, συντηρητική και ρομαντική αγγλίδα ζει σε ένα παραθαλάσσιο, απομονωμένο σπίτι στις ακτές της Κορνουάλης. Οι παραπάνω στίχοι της αγγλικής μεταφοράς του Hier Encore (Charles Aznavour), που παίζει συνεχώς στο πικ απ της, εκφράζουν ακριβώς αυτόν τον μετεωρισμό της ανάμεσα στη νοσταλγία του παρελθόντος και σ’ ένα προβλέψιμο, άχρωμο μέλλον. Είκοσι χρόνια μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, η καθημερινότητά της επαναλαμβάνεται με βαρετό και ανούσιο τρόπο, ακόμα και η πολιορκία της από τον συνομίληκο Ρόμπερτ. Η άφιξη της κόρης της και του συζύγου της θα προκαλέσει αναπότρεπτες αναταράξεις στην ζωή της. Ο Ήβαν επιβάλλεται αμέσως με την παρουσία του στο γαλήνιο σπίτι. Διάσημος ζωγράφος και ιδιαίτερα παρορμητικός χαρακτήρας, βιώνει την ίδια αναστάτωση, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Το ουίσκι αποτελεί γι’ αυτόν το νερό της ύπαρξής του.

Η παρουσία των πέντε προσώπων σε κοινό χώρο μοιάζει με εύφλεκτο υλικό. Η Στέλλα κοιμάται με τα Ανεμοδαρμένα Ύψη κάτω από το μαξιλάρι της, αλλά τώρα το αντάριασμα βρίσκεται μέσα της. Οι εκφράσεις της την προδίδουν, τα λόγια της εκτροχιάζονται. Αδυνατεί να συνεχίσει την καθημερινότητά της, ρωτάει συνεχώς τον καθένα: Τι σχέδια έχεις; Ο μποέμ καλλιτέχνης αρχικά κινείται με υπερβολική αυτοπεποίθηση, αργότερα κάνει συνεχώς κυκλωτικές κινήσεις γύρω από το τελάρο του, λες και επιθυμεί να περικυκλώσει την έμπνευση, που όμως δεν βρίσκεται εκεί αλλά απέναντί του. Η νεαρή σύζυγός του, εξίσου παρορμητική αλλά άπραγη καλλιτέχνης, μοιάζει ήδη να έχει αποδεχτεί την ασυμβατότητά τους και ψάχνει για τον δεδομένο παιδικό της έρωτα. Ο Ρόμπερτ αισθάνεται πως απειλούνται ακόμα και οι άσφαιρες ελπίδες του και ανταλλάσσει δηλητηριώδεις διάλογους με τον ανταγωνιστή του (από τις πιο εντατικές στιγμές του έργου), ο ένας επιθυμεί να στείλει τον άλλον στο διάολο με το πρώτο φέρι.

Ο υπόγειος έρωτας ακολουθεί τις κινήσεις της παλίρροιας του Σεπτέμβρη, που ετοιμάζεται να κατακλύσει την Κορνουάλη, ωθώντας του δύο ήρωες στην άκρη των επιθυμιών τους, αφού πρώτα στραφούν εναντίον του εαυτού τους. Εκείνος την ζωγραφίζει από μνήμης – Το πρόσωπό σου είναι ένα εκθαμβωτικό παρόν. Εκείνη προτιμάει να μείνει το πορτρέτο σε μια σκοτεινή αποθήκη μην το βλέπει κανείς – της αρκεί η αποθήκευση της μαγικής στιγμής. Αρνείται, και δικαίως, πως είναι μελό: Άλλο Μελό, Κι Άλλο Ρομαντική. Οι σιωπές και οι παύσεις του έργου μοιάζουν έτοιμες να το ανατινάξουν. Τι θα πάρει μαζί της η παλίρροια και τι θα αφήσει πίσω από έναν έρωτα που γδέρνεται από ενοχή και χρέος με διπλά υποκείμενα και αντικείμενα; Σε λιτό σκηνικό με ξύλινα σανίδια και μεγάλο παράθυρο προς τη θάλασσα, όλος ο θίασος έπαιξε περίφημα. Η Ελένη Ερήμου ενσάρκωσε αριστοτεχνικά τη Στέλλα.

Η Κορνουάλη υπήρξε ένα μέρος που αγάπησε κι έζησε η ντι Μωριέ για πολλά χρόνια, μεταγράφοντας μνήμες και ανησυχίες και στο βιβλίο της Vanishing Cornwall. Ο κεντρικός χαρακτήρας της Στέλλας βασίστηκε στην Ellen Doubleday (υπό Αγγλική υπηκοότητα και ανάλογες συνθήκες), σύζυγο του εκδότη της ντι Μωριέ, με την οποία η συγγραφέας ήταν ερωτευμένη, και παίχτηκε για πρώτη φορά από την Gertrude Lawrence που αποτέλεσε και την κρυφή της ερωτική σχέση.

Παίζουν: Ελένη Ερήμου, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Ζιόβας, Βίκυ Καλπάκα, Διονύσης Ποταμίτης. Σκην. – διασκ.: Ρούλα Πατεράκη, μτφ.: Αντώνης Γαλέος, καλλιτ. σύμβ.: Λεία Βιτάλη, μουσ.: Πηγή Λυκούδη, κοστ.: Λουκία, σκην.: Λίνα Μότσιου. / Θέατρο Αμιράλ, Αμερικής 10, 210 3608.856.

(Daphne du Maurier, September Tide, 1948)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr



 

Δεκεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοε    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 45,502 hits

E-mail: Lambrossss – at – gmail.com

Σελίδες