Αρχείο συγγραφέα για pandoxeio

16
Νοε
09

Στο αίθριο του πανδοχείου, 18. Εύα Στάμου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Οι Γάλλοι και οι Ρώσοι του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα ο Φλωμπέρ κι ο Ντοστογιέβσκι. Η Τζέην Ώστιν, ο Φώκνερ, ο Κόνραντ, ο Κάρβερ, η Ντόρις Λέσσινγκ. Πολλοί θεατρικοί συγγραφείς, θα αναφέρω ενδεικτικά τον Τσέχωφ, τον Ίμπσεν, τον Πίντερ, τον Άλμπυ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, Οι αδελφοί Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι, Η καρδιά του σκοταδιού του Κόνραντ, το Καθώς ψυχορραγώ του Φώκνερ, Η η Προδοσία του Πίντερ, οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, Η Μάσκα του Δημήτριου του Άμπλερ, Τα βασικά προβλήματα της φαινομενολογίας του Χάιντεγκερ, η Θεωρία των συναισθημάτων του Σαρτρ, οι Τεχνολογίες του εαυτού του Φουκώ, είναι μόνο μερικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
«Ένα ρόδο για την Έμιλυ» του Φώκνερ, «Ο θάνατος του Ίβαν Ίλιτς» του Τολστόι, πολλά του Φέιμπερ, του Τόινμπυ, και τα περισσότερα του Ρέυμοντ Κάρβερ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η ηρωίδα της Τζέην Ώστιν στο Περηφάνεια και Προκατάληψη, μια γυναίκα πολύ μπροστά από την εποχή της που με την οξύνοια και την βούλησή της καταφέρνει να καταρρίψει πολλά από τα κοινωνικά κατασκευασμένα γνωρίσματα του φύλου της, να υπερβεί την κοινωνική της τάξη και να αποκτήσει αυτό που επιθυμεί.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;
Η Ζατέλη της Περσινής αρραβωνιαστικιάς και του Και με το φως του λύκου επανέρχονται, το έργο του Χρήστου Χρυσόπουλου, σχεδόν όλα τα κείμενα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και του Θόδωρου Γρηγοριάδη, και αρκετά βιβλία του Θοδωρή Καλλιφατίδη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Μου αρέσει να γράφω σε πολυσύχναστα καφέ πίσω από κάποιο παράθυρο κοιτώντας τους περαστικούς και στήνοντας αυτί στις συζητήσεις όσων κάθονται στα διπλανά τραπέζια. Έχω ανάγκη από πολλά ερεθίσματα, την αδιάκοπη κίνηση της πόλης, λειτουργώ καλύτερα έτσι παρά απομονωμένη στο γραφείο μου – είτε γράφω κάτι απλό για το ιστολόγιό μου, είτε δουλεύω πάνω σε ένα επιστημονικό ή λογοτεχνικό κείμενο, το σκηνικό της πόλης λειτουργεί ως ηχητικό και οπτικό υπόβαθρο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Συνήθως ξεκινώ από τα δικά μου συναισθήματα και τις προσωπικές μου εμπειρίες, που στην συνέχεια μπλέκονται με σκηνές από την καθημερινότητα, τις επαγγελματικές μου επαφές, τις ζωές φίλων, γνωστών, τα νέα των εφημερίδων. Η φαντασία μου φιλτράρει κι επεξεργάζεται αυτό το υλικό μ’ έναν τρόπο που τελικά η αρχική ιδέα καλύπτεται ολοκληρωτικά σχεδόν από την επινόηση.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω δεν ακούω μουσική – κι όταν ακούω αγαπημένη μουσική (Ξυδάκης, Μπαχ, Στραβίνσκυ, Γουίντον Μαρσάλις) δεν γράφω.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν.
Το πρώτο μου βιβλίο, τους «Ελιγμούς», ξεκίνησα να το γράφω προσπαθώντας να διαπιστώσω αν έχω την ικανότητα να κατασκευάσω ένα μυθιστόρημα – ήταν μια δοκιμή, ένα προσωπικό πείραμα. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του η εμμονή που έχω να κρατώ ημερολόγιο υποχώρησε σταδιακά και αντικαταστάθηκε από την επιθυμία να συνεχίσω να γράφω πεζογραφία.

Το «Ντεκαφεϊνέ» πήγασε από τη λαχτάρα μου να μιλήσω για τις εμπειρίες νέων ανθρώπων που, όπως εγώ, ζούσαν μακριά από την πατρίδα τους από επιλογή, σε αναζήτηση της ταυτότητάς τους, κι όχι επειδή εξαναγκάστηκαν λόγω οικονομικών συνθηκών όπως συνέβαινε σε Έλληνες προηγούμενων γενεών. Παρόλο που το Ντεκαφεϊνέ δεν είναι η δική μου ιστορία τα συναισθήματα και οι διαθέσεις που βιώνουν οι πρωταγωνιστές του μου είναι οικεία: το αίσθημα της μοναξιά, το άγχος της διαφορετικότητας, το μοίρασμα ανάμεσα σε δυο κουλτούρες, η άχρωμη, επίπεδη καθημερινότητα της κεντρικής Ευρώπης, είναι καταστάσεις που γνωρίζω καλά. [σ.σ. αμφότερα από τις εκδ. Οδός Πανός]

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η συλλογή «Μεσημβρινές Συνευρέσεις» [σ.σ.: εκδ. Μελάνι, μόλις κυκλοφόρησε, 145 σελ.] αποτελείται από 8 διηγήματα που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και για διαφορετικούς λόγους. Οι περισσότερες ιστορίες είναι δοσμένες σε πρώτο πρόσωπο και σχεδόν όλες περιγράφουν χαρακτήρες που βρίσκονται σε κάποια ιδιαίτερη, ξεχωριστή, ή σημαντική στιγμή της ζωής τους. Το ανθρώπινο σώμα και η θέση του στον κόσμο σήμερα, ο τρόπος που το γυναικείο και το ανδρικό σώμα επικοινωνούν, η εγγενής σωματοποίηση της εμπειρίας, τα συναισθήματα, οι εμπειρίες, η ντροπή, ο πόνος κι η ηδονή, ο φόβος της φθοράς και του θανάτου που πηγάζουν από την σάρκα και επιστρέφουν σε αυτήν, είναι ο κοινός άξονας που συνδέει τα αφηγήματα.

Με τόσες ενδιαφέρουσες ψυχογραφημένες προσωπικότητες που κυκλοφορούν στις σελίδες, γιατί επιλέξατε την φόρμα του διηγήματος;
Ήθελα να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ σε κάτι διαφορετικό. Δεν αισθανόμουν την επιθυμία να παρουσιάσω χαρακτήρες σε εξέλιξη, αλλά ήρωες σε κάποια σημαντική ή ασυνήθιστη στιγμή της ζωής τους, εμβαθύνοντας περισσότερο σε συναισθήματα και διαθέσεις και όχι στην ανάπτυξη κάποιου λογοτεχνικού χαρακτήρα. Θεωρώ ότι η φόρμα του διηγήματος σωστά χρησιμοποιημένη δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να προκαλέσει εντονότερες σκέψεις και συναισθήματα στον αναγνώστη από ότι ένα μυθιστόρημα που κινητοποιεί άλλου είδους αναγνωστικές διαδικασίες.

Ένα από τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα θέματα των διηγημάτων είναι η αδυναμία των ανθρώπων να συμβιβαστούν με το σώμα τους – οι σχετικές περιγραφές είναι διεισδυτικότατες.
Υποτίθεται ότι στην εποχή μας το σώμα βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου χώρου. Στην ουσία όμως μένουμε στην επιφάνεια, για παράδειγμα στη διατήρηση της νεότητας με κάθε μέσο και μιλάμε ελάχιστα για το πως ο καθένας μας βιώνει πραγματικά την αλλαγή, τη φθορά και την επαφή με το σώμα του άλλου. Η έμφαση στην εικόνα του σώματος πολλές φορές συγκαλύπτει την σωματική εμπειρία κι αυτό είναι ένα παράδοξο το οποίο μπορεί να βοηθά, λόγου χάρη, τη βιομηχανία της διαφήμισης αλλά υπονομεύει την ταυτότητα του ανθρώπινου σώματος και τη διυποκειμενική εμπειρία.

Ακόμα, πολλοί παγιδεύονται στην εικόνα και την προσδοκία που έχουν οι άλλοι από αυτούς, όσο στενά και να σχετίζονται μαζί τους. Τελικά είμαστε αυτό που οι άλλοι περιμένουν να είμαστε, είμαστε αυτό που θέλουμε να δείχνουμε;
Εκτός από βιολογικές οντότητες τα σώματα είναι ιστορικές και κοινωνικές κατασκευές και γι αυτό οι σωματοποιημένες εμπειρίες μας πρέπει να εξετάζονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Από αυτή την άποψη η λογοτεχνία ως τέχνη έκφρασης της αληθινής εμπειρίας μπορεί να αποδώσει όψεις της ανθρώπινης πραγματικότητας με αποκαλυπτικό τρόπο. Είμαστε όλα αυτά που αναφέρεις στο μέτρο που δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τις εικόνες που έχουμε ήδη ενσωματώσει, από την επιθυμία μας να ευχαριστήσουμε τους άλλους, και από τα πρότυπα που ενστερνιζόμαστε.

Σε ορισμένα κομμάτια, όπως τα «Τιμώρησέ με» και «Μεσημβρινές συνευρέσεις» οι ηρωίδες γίνονται ερωτικά και σεξουαλικά αποδεκτές μόνο αν «υποδυθούν» τους ρόλους που τους ανατίθενται. Ο έρωτας δηλαδή φαίνεται να αφορά περσόνες κι όχι πρόσωπα. Γνωρίζετε πολλές τέτοιες περιπτώσεις;
Υπάρχουν δύο τρόποι για να απαντηθεί η ερώτησή σας. Πρώτον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η γυναίκα αποκτά τα ‘γυναικεία’ της γνωρίσματα μιμούμενη κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, π.χ., η ‘μοιραία’ γυναίκα, η ‘Λολίτα’, τους οποίους αναπαράγει σε κάθε νέα ερωτική σχέση. Δεύτερον, και ίσως σημαντικότερο, όταν προσεγγίζουμε την ερωτική επαφή σαν μια πράξη με συμβολικό νόημα με σκοπό να αποκαταστήσουμε ελλιπή κομμάτια του εαυτού μας, (την σχέση με τον πατέρα ή τη μητέρα που πέθανε όταν ήμασταν παιδιά, για παράδειγμα), ή όταν βλέπουμε την επαφή σαν ένα παιχνίδι επιβολής και εξουσίας, καταλήγουμε να υιοθετούμε περσόνες που μας απομακρύνουν από την αυθεντικότητα και την ευχαρίστηση που προσφέρει η ερωτική πράξη όταν πηγάζει από ειλικρινή επιθυμία για τον άλλο. Και ναι, γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους που λειτουργούν ερωτικά μέσα από έναν ρόλο είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, ή που το έχουν κάνει σε κάποια στιγμή της ζωής τους.

Το περιβάλλον των χαρακτήρων είναι μια πανάσχημη μεγαλούπολη, τα άθλια ξενοδοχεία, ένα βρώμικο και καταθλιπτικό περιβάλλον. Σε άλλο περιβάλλον θα είχαν καλύτερη τύχη;
Οι ήρωές μου κινούνται σε σταθμούς τρένων, καφέ, φτηνά ξενοδοχεία, οίκους ανοχής, μέρη που συμβολίζουν την ρευστότητα της επαφής, την προσωρινότητα της ύπαρξης. Άνδρες και γυναίκες μόνοι, ευάλωτοι, γεμάτοι αδυναμίες, πάθος και φόβο για τη ζωή στον ίδιο βαθμό. Πρόσωπα κρυμμένα πίσω από περσόνες κι εμμονές σε μια μόνιμη αναζήτηση που νοηματοδοτεί την ύπαρξή τους.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το πρόσφατα μεταφρασμένο «Σώματα με σημασία» της φεμινίστριας φιλοσόφου Τζούντιθ Μπάτλερ και το «The feeling of what happens» του νευροψυχολόγου Αντόνιο Νταμάσιο.

Τι γράφετε τώρα;
Γράφω κάτι που δεν γνωρίζω αυτή την στιγμή ποια θα είναι η τελική του μορφή, αν θα εξελιχθεί σε μυθιστόρημα ή νουβέλα, καθώς βρίσκεται σε αρχικό στάδιο.

Η επιστημονική σας ενασχόληση με την επιστήμη της Ψυχολογίας σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Σας διεύρυνε τον κόσμο υποψήφιων λογοτεχνικών χαρακτήρων;
Η ψυχολογία είναι η βασική μου εργασία και η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία αντλεί εν μέρει από την εργασία μου, δίχως να συγχέεται με αυτήν. Σε καμία περίπτωση λογοτεχνία και ψυχολογία δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά, γιατί -παρά τα φαινόμενα- είναι δύο πολύ διαφορετικές πνευματικές διεργασίες. Οπωσδήποτε οι επιστημονικές γνώσεις κι η εμπειρία μου με βοηθούν και να προσεγγίζω μεγαλύτερη γκάμα λογοτεχνικών χαρακτήρων και να εμβαθύνω σε αυτούς. Κανόνας μου είναι να μην θεωρητικολογώ με άλλοθι την ψυχολογία, να μην γενικεύω και να μην υπεραπλουστεύω όταν περιγράφω συμπεριφορές και γνωρίσματα των ηρώων μου. Κάτι τέτοιο θα ήταν επιζήμιο και για την επιστήμη της ψυχολογίας και για τη λογοτεχνία.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν [http://evastamou.blogspot.com/]
Οι εμπειρίες φυσικά ποικίλουν, με τις θετικές να υπερτερούν σημαντικά. Η επικοινωνία κάθε μορφής αποτελεί μέρος της δουλειάς μου -με ενδιαφέρει τόσο η ανταπόκριση των άλλων στα δικά μου κείμενα, όσο και οι δικές μου αντιδράσεις σε αναρτήσεις που διαβάζω κατά καιρούς.

Δημοσίευση και στο mic.gr.

15
Νοε
09

Λογοτεχνείο, αρ. 40

Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση, εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αργύρης Χιόνης (Poèsie verticale, 1967)

1
Σκέφτομαι πως ετούτη τη στιγμή
κανένας δε με σκέφτεται μέσα στο σύμπαν,
πως μόνο εγώ με σκέφτομαι,
κι αν τώρα πέθαινα,
κανένας, ούτε ο εαυτός μου, δε θα με σκεφτόταν.

Κι εδώ αρχίζει η άβυσσος,
όπως όταν κοιμάμαι.
Είμαι το ίδιο μου το στήριγμα και μου το αφαιρώ.
Συμβάλλω στην επένδυση των πάντων με απουσία.

Ίσως αυτός είναι ο λόγος
που το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο
είναι σα να τον σώζεις.

 Στην Ρούλα Αλαβέρα

13
Νοε
09

Colin Wilson – O ξένος (The Outsider). Περιπλανήσεις του αταίριαστου στον κόσμο των δημιουργών

 

Χριστούγεννα του 1954, κι ο Κόλιν Γουίλσον (Λέστερ, 1931) τα περνάει στο παγερό δωμάτιό του στο νότιο Λονδίνο, με εορταστικό δείπνο μια κονσέρβα, ενώ για εξοικονομήσει χρήματα έχει περάσει ήδη το καλοκαίρι του σ’ έναν αδιάβροχο υπνόσακο στο πάρκο Χάμπστεντ. Προσπαθεί να γράψει το μυθιστόρημα Τελετουργία στο σκοτάδι, με θέμα έναν δολοφόνο βασισμένο στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη και κάποια στιγμή αισθάνεται πως βρίσκεται στην ίδια θέση με αγαπημένους του λογοτεχνικούς ήρωες, Ντοστογεφσκικούς, Ριλκεϊκούς, Χαμσουνικούς: εντελώς αποκομμένος από την υπόλοιπη κοινωνία. H ιδέα για ένα βιβλίο πάνω στον Ξένο στην λογοτεχνία μόλις είχε γεννηθεί.

Σύμφωνα με τον Γουίλσον οι πάντες έχουν τις επικίνδυνες, ακατονόμαστες παρορμήσεις να γίνουν Ξένοι, ενώ ο καθωσπρεπισμός, η φιλοσοφία, η θρησκεία απλώς αποπειρώνται να εξωραΐσουν αυτή τη ροπή στο βάρβαρο και το πέρα από κάθε λογική. Ο Ξένος αισθάνεται έτσι επειδή απηχεί μια διαφορετική αλήθεια. Αυτή ακριβώς η ιδιοσυγκρασία του αταίριαστου με το περιβάλλον δεν σταμάτησε ποτέ να τον απασχολεί σε μια σειρά έργων, πρώτο απ’ τα οποία ήταν αυτό εδώ: ο εντοπισμός, η παρουσίαση και η πλήρης εμβάθυνση σε κάθε είδους και μορφής Ξένου σε σημαντικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα: στον Ξένο και τον Μύθο του Σισύφου του Καμύ, στη Ναυτία του Σαρτρ, στον Χ. Τζ. Ουέλλς (Ο νους τα όρια των δυνάμεών του), σε διηγήματα του Χέμινγουεϊ, στο Ημερολόγιο του Νιζίνσκι, στα γραπτά του Τ.Ε. Λώρενς (της Αραβίας), φυσικά στα έργα των Κάφκα, Ντοστογέφσκι, Έσσε αλλά και στους Νίτσε, Έλιοτ, Μπλέικ, Μπαρμπύς, Σω, Βαν Γκογκ, Γκουρτζίεφ κ.ά.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1956 κι ο Γουίλσον στα 24 του γινόταν το πρόσωπο της συζήτησης, μαζί με τον Τζον Όσμπορν που είχε ανεβάσει το Look back in anger (στα ελλ. Οργισμένα Νιάτα), κατατασσόμενος αυτόματα στην κατηγορία των “angry young men”, ευρύτερα δε στην γενιά των Έλβις, Άρθουρ ηττημένηΜίλερ, Φράνσις Μπέικον. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, θα χάσει την καθολική αποδοχή το ίδιο ακαριαία όπως την είχε κερδίσει. Ο ίδιος δήλωσε αργότερα πως εκείνη η ταχύτατη άνοδος και πτώση και η άμεση φυγή του από το Λονδίνο τον έσωσαν από το γνωστό πανηγύρι των πάρτι της ματαιοδοξίας και της αυταρέσκειας του σιναφιού. Ούτως ή άλλως η ιδιόρρυθμη και αμφιλεγόμενη, πλην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λογοτεχνική του – και όχι μόνο – πορεία είχε ήδη αρχίσει.  Ο Γουίλσον έφτιαξε το προσωπικό του φιλοσοφικό σύστημα του «νέου υπαρξισμού» κι εξέδωσε αναρίθμητα άλλα βιβλία, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θέματα μεταφυσικής, επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίων, εξωγήινης ζωής, μαγείας, αλλά και τους τομείς της ψυχολογίας και της εγκληματολογίας.

Δεν θα μπορούσα να δεχτώ τη θανατολατρεία του ρομαντικών ούτε τη στωική ηττοπάθεια του υπαρξισμού.…Δεν με διακρίνει η κατηφής και ηττημένη τάση που διέπει τόσο μεγάλο μέρος της σύγχρονης λογοτεχνίας. Αισθανόμουν ότι δεν είχα καμιά πρόθεση να ηττηθώ ή να εξολοθρευτώ Από την άλλη πλευρά, δεν έτρεφα καμιά απολύτως συμπάθεια για την οκνηρή και πνευματικά δειλή σχολή βρετανών φιλοσόφων …που διαβεβαιώνουν ότι το όλο πρόβλημα δεν έχει νόημα και ότι καλά θα κάνουμε να δεχτούμε τους μίζερους μικροπεριορισμούς μας. Μου φαινόταν επιτακτική ανάγκη να βρεθεί κάποια λύση. Εδώ, η εκ φύσεως αισιοδοξίας μου ήταν πλεονέκτημα. Γιατί όταν διάβαζα τον Σαρτρ, τον Καμύ ή τον Γκρέιαμ Γκρην, ένιωθα να απορρίπτω λόγω ιδιοσυγκρασίας τον πεσιμισμό τους…Είχα την υποψία ότι το πρόβλημα τους άφηνε ηττημένους, επειδή δεν το είχαν αντιμετωπίσει με τη δέουσα επιθετικότητα (σ. 277-278).

Εκδ. Οξύ, 2006, μτφ. Γιάννης Ανδρέου, σελ. 302, με σημειώσεις και ευρετήρια.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
11
Νοε
09

50 ομορφότατα τραγούδια των ’00s [2000-2008]

 

Στην ατέλειωτη σειρά των συλλογικών αφιερωμάτων του mic.gr έχουν ως σήμερα μεταξύ άλλων δημοσιευτεί ατέλειωτες λίστες και κείμενα για τα «καλύτερα»/πιο αγαπημένα soundtracks, ντουέτα, οργανικά (instrumentals), διασκευές, συλλογές, live δίσκους, για θέματα όπως Μουσική και Λογοτεχνία, για μουσικά είδη όπως η Ηλεκτρονική Ποπ. Ακόμη, για τραγούδια σκοτεινά, «θρησκευτικά», της ερωτικής απογοήτευσης, του καλοκαιριού, των Χριστουγέννων, απολύτως προσωπικά ή απολύτως “υγρά” (όπου το Πανδοχείο για λόγους ντροπαλοσύνης και σεμνότητος αρνήθηκε να συμμετάσχει).

Το πιο πρόσφατο αφιέρωμα αφορά τα 50 αγαπημένα (και πιθανώς αντιπροσωπευτικά) τραγούδια της δεκαετίας των 00s, ήτοι 2000-2009. Το Πανδοχείο επέλεξε τραγούδια μόνο της οκταετίας, εφόσον πολλά από τα υπέροχα φετινά χρειάζονται σαφώς περισσότερη δοκιμασία στο χρόνο. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το συνολικό αφιέρωμα εκεί. Ολόκληρη η σειρά των αφιερωμάτων του mic.gr εδώ. Για κάποιες προσωπικές συμμετοχές του Πανδοχέα βλ. πλευρική στήλη, κατηγορία Ηδονών Κατάλογοι.

1.Spiritualized – Do it all over again
2.The Mighty Wah! – Sing all the saddest songs
3. Ed Harcourt – Revolution in the heart
4. Chumbawamba – Pass it along
5. Arcade Fire – Neighborhood # 1 (Tunnels)
6. Jackie Leven – Sexual Jealousy of Jesus Christ
7. Mull Historical Society – Walking Xanadu
8. Cinerama – 10 Denier
9. Alpinestars – Keep it coming
10. M83 – Moonchild

11. Blue States – Across the wire
12. Hidden Cameras – The animals of prey
13. Ute Lemper – Passionate fight
14. Apoptygma Berzerk – Suffer in silence
15. Micah Hinson – Patience
16. Flotation Toy Warning – Donald Pleasance
17. Damon and Naomi with Ghost – The mirror phase
18. Baba Zula – Sipa
19. Matt Elliott – What The Fuck Am I Doing On This Battlefield
20. Heist – Cold War

21. Dan Deacon – Wham City
22. The Open – Two lovers in the rain
23. Sparks – More than a sex machine
24. Czars – Drug
25. Sigur Ros – Glosoli
26. The Black Heart Procession – A sign on the road
27. Richard Hawley – Tonight The Streets Are Ours
28. The Soundtrack of Our Lives – Nevermore
29. Isolation Years – Naked natives
30. Voodoo Child – Light is in your eyes

31. Shack – Cup of tea
32. Handsome Family – I fell
33. Delaware – Butterfly Kiss
34. Bent – King Wisp
35. Spearmint – I didn’t buy you flowers
36. Kirlian Camera – Recorded Memory
37. Their Hearts Were Full Of Spring – As Long As The Sun Shines 38. Laibach – Rossiya
39. Cuban Boys – Inertria Kids
40. I’m from Barcelona – We’re from Barcelona

41. Isihia – Gospodi Vozvah
42. Richard Swift – Lovely night
43. My Morning Jacket – The way that he sings
44. Warzaw Village Band – Chassidic Dance
45. Death In June – Many enemies bring much honour
46. Aspera – Birds fly
47. Clann Zu – From Bethleem to Jenin
48. Ulrich Schnauss – In all the wrong places
49. Ashram – 5 steps…
50. Laurent Garnier – Last tribute from the 20th Century

Spiritualized – Do it all over again (2001) λοιπόν…

Πέρα από ένα κομψότεχνο τραγούδι γρήγορης φολκ ή αργής κάντρι, ή ροκόμορφης ποπ, το Diaoa έχει πολλαπλάσια αξία επειδή προήλθε από τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Που 6 χρόνια πριν είχε βρεθεί στον πάτο της θλίψης, με τον ψυχισμό διασκορπισμένο στο διάστημα, και τώρα ξαναμιλούσε για έρωτες, ήλιους το πρωί, κόσμους που γυρίζουν ξανά, για κάτι που φαίνεται όμορφο και πάλι. Στο βίντεο ο Jason Pierce υπερίπταται του φωτεινού κόσμου αλλά έχει πλέον την πλάτη γυρισμένη στην πτώση και τους εφιάλτες της.

Στις φωτογραφίες: Κόρη από ένα Μελλοντικό Μουσείο. Οι γαλάζιες διαθέσεις του Ed Harcourt αντανακλώνται στο περιβάλλον του. Ο πότης του Matt Elliott έφτασε στην λήθη της μέθης. Ο Richard Hawley είναι σίγουρος πως οι δρόμοι σήμερα είναι δικοί του. Οι Laibach αρνούνται να αφήσουν το Σκληρό τους Θέατρο. O John Grant των Czars αντιμετωπίζει ως πρέπει τα πλήκτρα του πιάνου: με δέος. Ο Jason Pierce των Spiritualized πήγε πολύ κάτω. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε όταν επέστρεψε ήταν αυτό το τσιγάρο. Και ο Richard Swift θυμάται εκείνη την υπέροχη νύχτα.
09
Νοε
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 17. Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Ειλικρινά είναι πάρα πολλοί, σχεδόν όλοι οι κλασσικοί και σχεδόν ολόκληρος ο 19ος αιώνας. Από τους σύγχρονους επίσης μου αρέσουν αρκετοί. Την λογοτεχνία παρά το γεγονός ότι είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση, την αντιμετωπίζω στο σύνολό της.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Και εδώ ισχύει ότι και με τους συγγραφείς!

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θα αναφέρω αυτά του Μπόρχες γιατί τα ανακάλυψα μετά από κόπο και επίπονες προσπάθειες και πέρασα μοναδικά στη διάρκεια της ανάγνωσής τους. Από τους Έλληνες, θ’ ανέφερα άπαντα τα διηγήματα του Βιζυηνού.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η Ναστάζια Φιλίποβνα και σχεδόν όλοι οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι, όπως κι ο Πιέρ, στο Πόλεμος και Ειρήνη, είναι συντριπτικός χαρακτήρας. Ακόμα ο Αίας της Ιλιάδας. Βεβαίως λατρεύω και μια σειρά από δευτερεύοντες λογοτεχνικούς χαρακτήρες.

Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος από τους ήρωές σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Δεν διατηρώ καμιά απολύτως σχέση μαζί τους. Το ότι «υπάρχουν», μου είναι αρκετό. Έτσι κι αλλιώς, δημιουργούνται για να πάρουν το δικό τους δρόμο. Όσο πιο αυτόνομοι, τόσο το καλύτερο – για όλους μας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ελάχιστα και ανεπιτυχώς.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Αν κατάλαβα καλά, γράφοντας στο γραφείο του σπιτιού μου στον υπολογιστή μου (πλέον). Από το δρόμο, «κλέβοντας» από τις συζητήσεις με τους φίλους μου, και διαβάζοντας βιβλία άλλων.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Γενικά δεν ακούω μουσική. Όταν (σπάνια) συμβαίνει αυτό, ακούω συμφωνική και προκλασικούς.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Το πρώτο μου βιβλίο ήταν μια ποιητική συλλογή, με τίτλο Περίπατος Πρώτος. Αν και πρόκειται για ολιγόστιχα ποιήματα, για μένα ήταν το πιο ολοκληρωμένο μάθημα γραφής. Έκτοτε, με κέρδισε ολοκληρωτικά η πεζογραφία, την οποία άσκησα υπό την σκέπη των Εκδόσεων Καστανιώτη.

Μια κοινή περιπέτεια του σώματος: Τρία – τέσσερα επεισόδια αρθρώνονται γύρω από το ένα και μοναδικό φέρετρο του νησιού. Μνήμες της εφηβείας αναπλάθονται με μια σκοτεινά εύθυμη διάθεση στον κυρίαρχο στοχασμό του θανάτου, φωτίζοντας την απόσταση της τρεχούμενης ζωής, όχι τόσο από τα γεγονότα, όσο από το πέρασμα στην ανυπαρξία και την ανάμνηση.

Η συνέχεια είναι πολύ πιο εύθυμη.

Γυναικωνίτης.
Το πρώτο μου μυθιστόρημα. Αρνητικός απέναντι στις ανθρώπινες επαφές, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου καλλιεργεί την αυταπάτη της μοναδικότητάς του μέσα σ’ ένα σπίτι που το έχει μετατρέψει σε ψυχικό καταφύγιο. Αρκεί να βρεθεί για λίγο σε μια συντροφιά για να νιώσει μειωμένος θανάσιμα. Μια τυχαία ματιά είναι ικανή να τον αναστατώσει, μια κουβέντα το κάνει να χάσει την αυτοκυριαρχία του, κάθε μορφή που τον πλησιάζει κρύβει και μια ύπουλη επίθεση. Η ζωή του θα αλλάξει ριζικά, όταν κάποια μέρα, από τύχη ή ατυχία, τα βήματά του τον φέρνου στο μπαρ «17»: Μυρσίνη, Ισιδώρα, Εύα…μέσα στον ανεξάντλητο κόσμο των γυναικών και των ασήμαντων συνοδών τους, ο ήρωας παρακολουθεί την κατάρρευση της ύπαρξής του.

Η μέρα άρχισε με το αλεύρι.
Ένα βιβλίο που μας ξεναγεί στο παρελθόν. Μια οικογένεια που σέρνει την ευλογία και την κατάρα, την καλή και την κακή της συνάμα τύχη: Ολόκληρη η διαδρομή της από τον μύθο ως την πραγματικότητα. Μια πολύ μεγαλύτερη, θα λέγαμε, περίοδος της ανθρωπότητας συνοψισμένη στο διάστημα δυο αιώνων, του 19ου και του 20ου στη βιογράφηση μιας μόνο οικογένειας Ελλήνων από την Ανατολική Τουρκία.

Οι καλύτερες μέρες
Κάθε εποχή διεκδικεί το παρελθόν της, τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως ακριβώς κάθε ανθρώπινη ύπαρξη για να βλαστήσει βυθίζει τις ρίζες της σε προγονικά πεπρωμένα. Είναι θέμα τύχης ή ατυχίας άραγε η δυνατότητα να καθορίσουμε τη μοίρα μας; Κι όταν τόσο πολλά προκαθορίζονται από αλλότριες ζωές και καταστάσεις, για ποια ελευθερία της βούλησης μιλάμε; Η ιστορία αρχίζει λοιπόν αρκετά χρόνια πριν γεννηθεί η ηρωίδα, με πρόσωπα και γεγονότα που θα παίξουν, ερήμην της, το δικό τους παιχνίδι στη ζωή της. Δέσμια μιας κληρονομημένης ιδεολογίας, η Ισμήνη θ’ αγωνιστεί να βρει τη δική της περπατησιά στον κόσμο. Ακολουθώντας τα βήματά της, περιηγούμαστε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, βλέποντας με άλλα μάτια τη διαχείριση ιδεών και οραμάτων που μας στοίχειωσαν.
Οι “καλύτερες μέρες” δεν είναι απλώς μια επαγγελία· είναι μια Βαβέλ χωρίς τέλος, που σε καίριες φάσεις της ιστορίας καταρρέει θορυβωδώς. Έτσι όπως τώρα, με την συνδρομή της ανοιχτής κοινωνίας, που εξαγόρασε σε τιμή ευκαιρίας τις προσδοκίες του μεταπολεμικού κόσμου, αποθηριωμένες εντελώς μετά τη δικτατορία.

Το τελευταίο σκέλος της ερώτησης σας είναι αν ξεχωρίζω κάποιο από τα βιβλία μου. Η απάντηση είναι ναι, αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα …ποιο είναι αυτό!

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Κατά σύμπτωση σήμερα 27 Οκτωβρίου είδα και το εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου μου που θα κυκλοφορήσει στις 3 Δεκεμβρίου 2009. Αν μάλιστα θεωρήσουμε ότι το οπισθόφυλλο είναι ταυτόχρονα το καλωσόρισμα αλλά κι το αποχαιρετιστήριο νεύμα ενός βιβλίου σας, το παρουσιάζω σε ..πρώτη παγκόσμια! Ο τίτλος είναι: ΑΠΟ ΣΤΗΘΟΥΣ. Ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών.

«Η μικρή Λουκρέτσια και ο ζωγράφος Φιλίπο, η Σελίν, μια πόρνη του 19ου αιώνα, ανοικονόμητης ομορφιάς, η Έμιλυ και μια δυναστεία θανάτου, η Μαρία από τον Ισπανικό Εμφύλιο, η Χάννα από το στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα, η Μαίρη Λέιν απ’ το Καντέρμπουρυ, η Άννα Μονς και ο Μέγας Πέτρος, αλλά και τόσοι άλλοι… Όλοι αυτοί είναι πλαστοί ήρωες που εισβάλλουν στην πραγματικότητα; Ή είναι ήρωες πραγματικοί, των οποίων η μοίρα πλαστογραφείται ανενδοίαστα; Πρόκειται για μία «από στήθους» βύθιση στην ιστορία; Άπλωμα στη γεωγραφία; Πολιτική σάτιρα; Ή για άγνωστες βιογραφίες που συναρθρώνονται αδιόρατα σε μία;
Οι ιστορίες του βιβλίου, ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών, μοιάζουν, η καθεμιά λιγότερο ή περισσότερο, ανοιχτά φετιχιστικές. Περιστρέφονται γύρω από το γυναικείο στήθος, γύρω από αυτό το αξεπέραστο σύμβολο ζωής, ευτυχίας, πάθους και έρωτα. Θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει ως ύμνους ή παρωδίες ενός θέματος· μόνο που το πραγματικό θέμα, αισιόδοξο παρ’ όλες τις σκιές του, κρύβεται κάτω από το στήθος, ή και πίσω από αυτό.»

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το δοκίμιο του John Gray Μαύρη Λειτουργία Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οκτώ.

Τι γράφετε τώρα;
Όπως σας είπα, περιμένω την έκδοση του βιβλίου μου. Δεν έχω αποφασίσει για το επόμενο βήμα μου.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας (Εφημερίδα Ποντίκι). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Η εργασία αυτή εκτελείται στα πλαίσια ενός αυστηρού προγραμματισμού. Δε θεωρώ ότι υπάρχει κάποιο προσωπικό μυστικό σ’ αυτό: διαβάζεις και γράφεις. Σκυμμένο κεφάλι χρειάζεται, δηλαδή μελέτη δίχως υπεροψία, και ανοιχτά τα μάτια, να μην σε πάρει …ο ύπνος και σε σηκώσει!
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μου κλέβει χρόνο, πράγμα που είναι μεγάλη αλήθεια, αλλά τόσο βιβλία κάθε εβδομάδα μου στερούν την απόλαυση της προσωπικής και απρόσκοπτης ανάγνωσης. Από την άλλη, είναι μια σοβαρή προπόνηση για να σε κρατά ετοιμοπόλεμο στις δικές σου λογοτεχνικές επιδόσεις. Θεωρώ πολύτιμη άσκηση αυτές τις εβδομαδιαίες, επέτρεψε μου να χαρακτηρίσω, επισκοπήσεις. Ωστόσο, ας σημειώσω ότι θεωρώ ως πληρέστερο «λογοτεχνικό περιβάλλον» την τρέχουσα ζωή.

Δημοσίευση και στο mic.gr.

08
Νοε
09

Λογοτεχνείο, αρ. 39

 

Τζο Κόνελι, Σταυροδρόμια της ψυχής, εκδ. Οδυσσέας, 1999, μτφ. Βασίλης Μανουσάκης, σ. 19 (Joe Connelly, Bringing out the dead, 1998).

Είχα κάνει ανανήψεις σε μεγάλες αίθουσες χορού στη Λεωφόρο Παρκ και σε λέσχες χορού στο βόρειο τμήμα της πόλης. Στην Παρκ είχαν μεγάλα μαύρα χωρίσματα γύρω γύρω για να προστατεύουν τους χορευτές από κάποιο ανεπιθύμητο θέαμα, την ίδια ώρα που η μπάντα τους κρατάει ψηλά το ηθικό με τραγούδια όπως το Put on a Happy Face. Στο βόρειο τμήμα της πόλης, η μουσική ποτέ δε σταματά και τα πόδια των χορευτών στριφογυρίζουν γύρω σου σαν την πομπή ενός καρναβαλιού. Έχω δουλέψει στα πατώματα μερικών από τα πιο καλά εστιατόρια της Ανατολικής Πλευράς, με τη συνοδεία βιολιών, ενώ ο άνδρας στο διπλανό τραπέζι έκοβε το εκλεκτό του κρέας και έχω προσφέρει επίσης τις υπηρεσίες μου κάτω από φρικτές λάμπες φθορίου σε υπόγεια εστιατόρια, όπου οι οδηγοί ταξί παραγγέλνουν, τρώνε και βρίσκονται πίσω στο δρόμο σε δέκα λεπτά. Έχω παρακολουθήσει σόου του Μπρόντγουαιη από την πρώτη σειρά και κουνγκ-φου πορνοταινίες από τα θεωρεία της Τάιμς Σκουέαρ. Κάποτε επανέφερα στη ζωή έναν μπάρμαν πάνω στο μπαρ, ενώ παιζόταν ιρλανδέζικη χορευτική μουσική. Οι θαμώνες μας έκαναν χώρο για να δουλέψουμε, αλλά δε σταμάτησαν να πίνουν.

Στον Γιώργο Αριστηνό

 

06
Νοε
09

Χένρι Μίλερ – Ο τροπικός του καρκίνου

 

Ύστερα από εμάς, κανένα άλλο βιβλίο – για μια γενιά, τουλάχιστον. Ίσαμε τώρα σκάβαμε στο σκοτάδι, δίχως να μας καθοδηγεί τίποτε εξόν από το ένστικτό μας. Τώρα θα έχουμε ένα αγγείο όπου θα χύσουμε το ζωτικό υγρό…Θα βάλουμε πολλά μες στο βιβλίο, αρκετά ώστε να προσφέρουν στους αυριανούς συγγραφείς τις πλοκές τους, τα δράματά τους, τα ποιήματά τους, τους μύθους τους, τις επιστήμες τους.

Για τον Μίλερ [1891-1980] οι λέξεις έχουν σώμα και το σώμα έχει γλώσσα. Το πνεύμα δε μπορεί να υπάρξει χωρίς ένα ολοζώντανο παλλόμενο σώμα, και το σώμα δεν μπορεί να ανοιχτεί σε όλες τους τις διαστάσεις χωρίς ένα ανεπτυγμένο πνεύμα. Αυτό ήταν το στοίχημά του: να συνταιριάξει σωματικές και πνευματικές ηδονές σε μια ξεχειλισμένη ζωή. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγωνιώδες και σκληρό ήταν ένα τέτοιο διηνεκές «αγώνισμα». Όταν συνειδητοποίησε πως είναι αδύνατο να ζήσει έτσι στην Αμερική, που άλλωστε αποστρεφόταν βαθιά, βρέθηκε στο Παρίσι κυνηγώντας ακριβώς τη ζωή που ήταν βέβαιος πως του αξίζει. Και ξεκίνησε αμέσως. Μας κατατρώγει του χρόνου ο καρκίνος. Ο ήρωας, το λοιπόν, δεν είναι ο Χρόνος, μα το Άχρονο.

Περιπλάνηση, έρωτες, σεξ, φίλοι, ακατάπαυστη γραφή. Παράλληλα με τα μεθύσια της καθημερινότητας o Μίλερ γίνεται ένας μέθυσος των λέξεων, ένας λεξομανής (χαρακτηρισμοί που δίνει στον Μόλντορφ, ένα από τα πρόσωπα του Τροπικού). Είναι πολλές οι φορές που μένει νηστικός, αλλά δεν περνάει μέρα χωρίς να γράψει. Όριο τροφής και αναπνοής του οι 30 με 50 σελίδες καθημερινά. Θέλει να γράψει τα πάντα για την αληθινή ζωή, να μην αφήσει τίποτα άγραφο και κρυφό. Ένα μονάχα μ’ ενδιαφέρει ζωτικά τώρα, κι αυτό είναι καταγραφή όλων όσα παραλείπονται στα βιβλία…

Και κάπως έτσι αρχίζει αυτός ο συνεχής ποταμώδης αυτοπρόσωπος μονόλογος, αυτή η καταρρακτώδης παράθεση σκέψεων, φιλοσοφιών, εξομολογήσεων, εικόνων, διηγήσεων. Συνουσιασμοί χωρίς όρια, διονυσιακά γέλια και νιτσεϊκά οράματα, συζητήσεις περί παντός, στοχασμοί για την λογοτεχνία, ταπεινές όψεις της καθημερινότητας και της ανέχειας. Αισιοδοξία στα ύψη και απαισιοδοξία στα βάθη. Η σκέψη στις μέγιστες ταχύτητες, το σώμα στην υπηρεσία κάθε χαράς. Όχι, δεν είναι βιβλίο αυτό. Είναι λίβελος, διαβολή, καταλαλιά…παρατεταμένη προσβολή, κλωτσιά στον κώλο του Ανθρώπου, της Μοίρας, της Αγάπης, του Κάλλους…

Είμαι μια παλλόμενη ευαισθησία, ένας αισθητήρας. Ημερολόγιο χωρίς ημερομηνίες, αυτοβιογραφία χωρίς ωραιοποίηση, μυθιστόρημα χωρίς ψέματα. Κανένας κανόνας συγγραφής δεν περιορίζει τον Μίλερ. Εδώ γίνεται αφηγητής και ήρωας, ξεχνάει την μία ιδιότητα και αφοσιώνεται στην άλλη, τις ανταλλάσσει ή τις ενώνει, τις παίζει συνεχώς. Σ’ αυτή τη γραφή που θα τιμούσαν αργότερα οι μπιτ συγγραφείς, σελίδες ολόκληρες ξεφεύγουν στον σουρεαλισμό, την ονειρογραφία, την φαντασία. Οι κριτικοί έφριξαν, υποστήριξαν πως ο Τροπικός είναι εξω-λογοτεχνικό κείμενο, μια άθλια παραλογοτεχνική αυτοβιογραφία.

Οι άνθρωποι είναι σαν τις ψείρες – χώνονται κάτω απ’ το δέρμα σου και θάβονται εκεί. Εδώ κατατίθενται όλα τα δεδομένα των δυο συμπλεκόμενων περιπετειών του: του έξω και του μέσα κόσμου. Εδώ ακούγεται δυνατά μια ωδή στην πνευματικότητα κι ένας ύμνος στην σωματικότητα. Ο Μίλερ θα ξεκινήσει μια ασίγαστη σεξουαλική ζωή, αναζητώντας ουσίες και νοήματα στα αγκαλιάσματα και τους οργασμούς, επιχειρώντας να φτάσει όσο γίνεται περισσότερο στα βάθη του εγκεφάλου και του ψυχισμού του. Θα εξαπολύσω βέλη καυτά μέσα σου, τις ωοθήκες σου θα πυρώσω…Κι αν φοβάσαι δημόσια να γαμηθείς, θα σε γαμάω κατά μόνας. Στο μυαλό του το σεξ συνδέεται με την δημιουργικότητα, κατεβαίνει ως την συνείδηση (θεωρητικά οι σκέψεις του θα διατυπωθούν ευκρινέστερα στον Κόσμο του Σεξ). Η συνειδητοποίηση της κορυφότητας και συνάμα της τραγικότητας και της γελοιότητας του έρωτα είναι πια δεδομένη. Φυσικά το έργο θα απαγορευτεί ως πορνογραφία στις ΗΠΑ επί τριάντα χρόνια και μόνο το 1961 θα βρει εκδότη, αφού πρώτα ο Μ. υποστεί πρωτοφανείς δικαστικές διώξεις. Φυσικά μαζί με τον άλλο Τροπικό, το Sexus και την Μαύρη Άνοιξη αργότερα δεν θα σταματήσουν να κυκλοφορούν κρυφά με παραπλανητικά εξώφυλλα.

Αν κάποτε ο Μίλερ έγραψε ένα φοβερό δοκίμιο για τον Ρεμπό και το «Μια εποχή στην Κόλαση» εδώ απευθείας επιχειρεί να δει αν μπορεί να ζήσει μια Μια Εποχή στον Παράδεισο. Το Παρίσι του Μεσοπολέμου αποτελεί το ιδανικότερο γήπεδο δοκιμασιών και ηδονών. Το Παρίσι είναι απλώς μια στημένη σκηνή, μια περιστρεφόμενη σκηνή που επιτρέπει στον θεατή να διακρίνει όλες τις φάσεις της σύγκρουσης. Εκεί θα συναγελαστεί με όμοιους και ανόμοιους, πόρνες και καλλιτέχνες, εξόριστους και περιφερόμενους, και χαμένους, πολλούς χαμένους. Όπου κι αν πάω οι άνθρωποι κάνουνε χάλια τη ζωή τους. Ο καθένας ζει μια προσωπική τραγωδία. Αλλά θα μείνει μόνο όσο το ζήσει με τον τρόπο που θέλει, έχοντας γράψει ακόμη την Μαύρη Άνοιξη και τον Τροπικό του Αιγόκερω.

Δεν βαριέσαι, θα πάρω αυτές τις σελίδες και θα του δίνω. Κάποια πράγματα θα συμβαίνουν και αλλού. Πάντα συμβαίνουν πράγματα.

Το έργο επανεκδόθηκε σε μετάφραση και επίμετρο Γιώργου – Ίκαρου Μπαμπασάκη στις εκδόσεις Μεταίχμιο, πρώτα το 2003 και ξανά φέτος με νέο εξώφυλλο, αποτελώντας τη μόνη νόμιμη έκδοση στην Ελλάδα [435 σελ.]. Γνώστης της Μιλερικής γραφής και προσωπικότητας, έχοντας μεταφράσει και τα Μαύρη Άνοιξη, Ήσυχες μέρες στο Κλισί, Τροπικός του Αιγόκερω, Ο κόσμος του σεξ, Κλιματιζόμενος Εφιάλτης, αλλά και το Χένρι και Τζουν της Αναΐς Νιν (όλα στις ίδιες εκδόσεις), ο Γ.Ι.Μ. έζησε την μετάφραση, όπως μας εξομολογήθηκε, «με πολύ καφέ, λίγο ύπνο, άφθονα φιλιά, μέγα πένθος (για κάτι πεθαμένους φίλους)».

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

04
Νοε
09

The Soundtrack of Our Lives – Communion (Yep Roc, 2008)

 

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τότε που 3 μέλη των (τώρα «θρυλικών») Union Carbide Productions έφτιαξαν στο Gothenburg τους Soundtrack of Our Lives. Θα περίμενε κανείς πως ο πέμπτος τους δίσκος [Welcome To The Infant Freebase (1996), Extended Revelation (1998), Behind The Music (2001), Origin Vol 1 (2004) και η συλλογή A Present From The Past (2006) - τα τρία πρώτα στην Telegram, τα δύο επόμενα σε WEA/Warners], πρώτος εδώ και τέσσερα χρόνια, θα είχε τίτλο Origin Vol 2 και θα συνέχιζε από εκεί που είχαν σταματήσει. Και θα έπεφτε μέσα κατά το ήμισυ.

Οι SOOL αφήνουν τον διφορούμενο τίτλο του ανανεωτή σε άλλους μπερδεμένους και επιστρέφουν στην ιστορία του ροκ για να τρέξουν σε μερικά χορταριασμένα μονοπάτια. Τέλη 60ς και αρχές 70ς, μπρος πίσω στις δυο δεκαετίες. Πρώιμοι Who και Traffic, διακριτικότεροι Stones και Floydd, περισσότεροι Big Star και Ντιτρόιτ. Οι Love στο The Fan Who Wasn’t There (κι όχι μόνο για τις τρομπέτες), οι Faces στο Thrill Me, ο Pete Townshend στο Pictures of Youth, ο Τodd Rudgrenn στο …Utopia, οι T.Rex και Ray Davies ινκόγκνιτο εδώ κι εκεί, ο Phil Lynott κι η παρέα του τριγύρω. Όπως βλέπετε δεν υπάρχει χώρος στη μνήμη για πιο πρόσφατες συνδέσεις, άντε να θυμηθούμε τους Beta Band στο Babel On, άντε και τους Super Furry Animals κάπου πιο κει, κι αφήστε τους ίδιους να λένε για … Black Flag.

Για να αναφέρουμε μερικά αστέρια, το Flipside μοιάζει εκ γενετής κλασικό, το Everything Beautiful Must Die διαγράφει μια τροχιά στο διάστημα των Spiritualized προτού καταλήξει στο Βελούδινο Υπόγειο, το Second Life Replay αποτελεί τυπικό ύμνο τους: ξεκινάει σαν μαγική μπαλάντα 60s power pop αφήνεται σε οργανική επανάληψη και ξεσπάει σε κιθαριστικό όργιο. Όσο για την κορυφαία διασκευή του Fly, έτσι θέλω να παίζονται οι διαθήκες του Nick Drake (τι νόημα έχει να ξαναγίνονται μπαλάντες και ποιος διανοείται να ξεπεράσει τις δικές του;): σαν ύμνοι, ροκ φωταψίες, που έρχονται από το άχρονο και μας πάνε μπρος πίσω χωρίς σταματημό. Ας σημειωθεί πως η αρχική εκτέλεση έγινε με παραγωγή John Cale που δεν ικανοποίησε το σχήμα και την άλλαξαν (!).Η δική τους διαθήκη είναι το καταληκτήριο (και Harrison-ικό) The Passover, κάτι για την άλλη πλευρά της «μεταφοράς».

Πιστό σε μια παράδοση διπλών concept albums, το Communion μοιράζει από έναν δίσκο για τη μέρα και τη νύχτα και 24 τραγούδια για τις αντίστοιχες ώρες, περισσότερο όμως φαίνεται πως επικεντρώνεται στους δυο τροπικούς του εγκεφάλου και στην απελευθέρωση του εαυτού εν γένει. Η δε διάρκειά του, όπως σκωπτικά γράφτηκε, είναι μεγαλύτερη από το Quadrophenia ή από ένα ματς της Premiership. Είναι όμως άξιο απορίας πώς ο Ebbot Lundberg και η πενταπρόσωπη παρέα του μ’ όλους αυτούς τους ρόκ ύμνους αλλά και τις συναυλίες με τα μεγαλύτερα ονόματα της αρένας έμειναν έξω απ’ την εμπορική πανήγυρη, εφόσον τα μεγάλα κοινά προτίμησαν ψευτογκαραζιές τύπου Strokes, γκραντζ-ουνίσματα από τους Vines και δεύτερα μπλουζίσματα από White Stripes και Kings of Leon. Τώρα οι αλλοτινοί “critical darlings”, μακριά κι από την μεγάλη εταιρεία, δύσκολα να αναστρέψουν το κλίμα, κρίμα.

Και τι νόημα έχει το γλοιώδες εξώφυλλο (που το Πανδοχείο αρνείται να δημοσιεύσει ως αισθητικά απαράδεκτο!) που όπως λένε οι ίδιοι απέτρεψε ακόμα και φίλους του απ’ την αγορά του δίσκου; Ήθελαν λέει να βάλουν μια ψευτοεικόνα με την οποία μας ταΐζουν: την ιδέα της τέλειας ζωής και απόλυτης ευτυχίας, που επιβάλλει η κυριαρχία των επιχειρήσεων (corporocracy). Όσο για το υδατογράφημα, πρόκειται για σύμβολο που αναφέρεται στο ολιστικό σύμπαν (As above, so below/Macro & Microcosmos) και στις σχετικές ιδέες του Ερμή του Τρισμέγιστου. Μια τέτοια θεωρητική κάλυψη όμως θα μπορούσε να αποδοθεί με πολλούς άλλους τρόπους από αυτόν!

Κάπως έτσι ξανοίγεται εδώ το ιδίωμα των SOOL. Τόσο μέσα στην ροκ ιστορία, τόσο επιλεκτικό στα κλεψίματα, τόσο προσωπικό στο στιλ. Σα να θέλουν να συμπεριλάβουν ταυτόχρονα το πομπώδες και το μεγαλειώδες του είδους και το αποτέλεσμα είναι ένα (στο) maximum Rock’n’ Roll.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

02
Νοε
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 16. Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Όμηρος, William Shakespeare, Hegel, Guy Debord, Vladimir Nabokov, Raymond Chandler, James Ellroy, Charles Bukowski, Jack Kerouac, William S. Burroughs, Νίκος Καρούζος. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Και, πάντα, Borges & Bernhardt.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Ιλιάδα, Άμλετ, Η Φαινομενολογία του Πνεύματος, Η Κοινωνία του Θεάματος, Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός,

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Ένα λάμπει μες στις δεκαετίες (και το ζηλεύω): The Lost Decade, του Francis Scott Fitzgerald.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως: ο Κώστας Μαυρουδής, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (για τον συνδυασμό λεπταισθησίας, νοημοσύνης, επινοητικότητας, ευαισθησίας). Και ποτέ δεν θα λησμονήσω τα όσα οφείλω στον Ηλία Λάγιο και στον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Dean Moriarty από το On the Road του Kerouac.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι. Αλλά δεν κάνει να πω τα μυστικά τους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Συχνότατα. Σε μπαρ και σε καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν βαδίζω, έρχονται οι μνήμες και οι ιδέες. Πασχίζω να μην τις χάσω, ενώ συνάμα χαμογελάω, ξέροντας ότι θα τις χάσω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Πάντοτε ακούω jazz ή/και κλασική, όταν γράφω. Η μουσική είναι η ζωή μου, όλο το εικοσιτετράωρό μου. Miles Davis, John Coltrane, Chet Baker, αλλά και Bob Dylan, Nick Cave, Μάνος Χατζιδάκις.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε] Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;.
Τρία τα αγαπημένα μου, και ας μιλήσω γι’ αυτά μονάχα. Το «Ω!» (σε συνεργασία με τον Πάρι Κούτσικο), ένα βαθιά ελληνικό γουέστερν ποίημα, όπου ο Έρως εκθειάζεται, απολύει την δυστυχία, αποθεώνει την συνωμοτικότητα της Συμμορίας των Δύο (που είναι, κατ’ εμέ, η απόλυτη ερωτική περιπέτεια). Το μυθιστόρημα «Aurevoir», για το σκίρτημα του πρώτου έρωτα, για την Πατησίων, γιατί μπόρεσα να κάνω λέξεις τις μνήμες και πέτυχα να συνθέσω ένα πολυσέλιδο blues.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;.
Είμαι στη γειτονιά του Debord, στο Παρίσι, στα σοκάκια της Αριστερής Όχθης, ανοίγω την θύρα του βιβλίου «Μάης του 68».

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;.
Την «Ιλιάδα» όπως μας την πρόσφερε ο Μαρωνίτης. Και μια πολυσέλιδη βιογραφία του John Cassavetes.

Τι γράφετε τώρα;.
Λιτά ποιήματα. Και μια Πολύτομη Επιστολή στη Γυναίκα Μου.

Ασχολείστε επισταμένα τόσο με την μετάφραση όσο και την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβουν συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνονται με κάποιο τρόπο;.
Όταν καταπιάνεσαι μ’ αυτά τα πράγματα, ένας τρόπος υπάρχει: η πολύωρη, σχεδόν ακόπαστη, δουλειά. Η εργασία. Η προσήλωση. Κι αυτό είναι ήδη «εξαργύρωση».

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.
ΟΚ, καλές, μια χαρά, εντάξει, άσε που βρήκα τον Θέμη Ανδρεάδη ιστολογώντας!

Δημοσίευση και mic.gr.

01
Νοε
09

Λογοτεχνείο, αρ. 38

 

Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη, εκδ. Αστάρτη, 1990, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού, σ. 63 (Tahar Ben Jelloun, Jour de silence à Tanger, 1990).

Μερικές φορές αρκεί μια λέξη, μια χειρονομία, για να τον κάνουν καλό, συγκινητικό, ευτυχισμένο. Κατά βάθος, η κακία του είναι επιφανειακή∙ είναι καμωμένη από λέξεις και καλαμπούρια, και πολύ συχνά οι λέξεις ξεπερνούν τη σκέψη του. Ξέρει πως τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τη θέλησή του. Τον προδίδουν, αλλά δεν παραπονιέται γι’ αυτό. Για εκείνον, δεν είναι παρά λέξεις, και οι άνθρωποι κάνουν λάθος όταν τις δέχονται σαν να ’ναι πέτρες ή βέλη. Ο λόγος τον γοητεύει γιατί του επιτρέπει να κάνει διανοητικές ακροβασίες. Όταν δεν μπορεί να επιδείξει τις γνώσεις του σχετικά με τα μπαχαρικά ή το ραφτικό του ταλέντο, παίζει με τις λέξεις, τις περισσότερες φορές σε βάρος των άλλων. Όταν υπερβάλλει, λέει πως έκανε λάθος στη δόση του μπαχαρικού. Αυτό τον κολακεύει, να’ χει χιούμορ και ειρωνεία. Δεν κάνει τίποτα για να προφυλάξει το εαυτό του από τις άσχημες κρίσεις. Δεν καταλαβαίνει γιατί οι άλλοι θυμώνουν όταν γίνονται θύματα των σαρκασμών του. Αγαπάει τους ανθρώπους. Είναι ευτυχισμένος όταν το σπίτι του είναι γεμάτο καλεσμένους. Για να δείξει τη χαρά του ανάβει όλα τα φώτα. Δεν ξέρουμε αν είναι ευχαριστημένος επειδή έχει ένα κοινό για τα αστεία του ή επειδή νοιώθει κολακευμένος απ’ την παρουσία τους. Αν είναι απότομος με τις γυναίκες, σίγουρα είναι επειδή τις αγαπάει πολύ.

Στον Βασίλη Τσιαμπούση




 

Νοεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 42,491 hits

E-mail: Lambrossss – at – gmail.com

Σελίδες