10
Ιουλ
09

Περιοδικό Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 39 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2008)

 

Αφιέρωμα Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου

Οι λαμπερές στιγμές στη ζωή δεν είναι πάντα οι πιο ευτυχισμένες. Τον Ιούνιο του 2008 εβδομήντα κατάδικοι των φυλακών Κορυδαλλού υποδέχονταν την Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου, που οι ίδιοι είχαν καλέσει για να συζητήσουν μαζί της. Είχαν διαβάσει το μυθιστόρημά της Με τη λάμπα θυέλλης και είχαν ταυτιστεί με τον ήρωα που περνούσε διαδοχικά όλα τα στάδια της αθλιότητας και της «λήθης». Η συγγραφέας που μοιράστηκε ώρες μαζί τους και τους παρότρυνε να γράφουν τις σκέψεις τους αναφέρεται σε αυτή τη σπάνια κίνηση σε μια εσώψυχη συνομιλία με την επιμελήτρια του προς τιμήν της αφιερώματος Ζωή Σαμαρά. Το «τετράμηνο περιοδικό Λογοτεχνίας, Θεωρίας της Λογοτεχνίας και Κριτικής» των αειθαλών εκδόσεων του Γκοβόστη λοιπόν γιορτάζει το πνευματικό ιωβηλαίο της πρωτεϊκής αυτής ταξιδιώτισσας πασών των λογοτεχνικών ειδών (πεζογραφία, θέατρο, ποίηση, δοκίμια, εφηβικά, μεταφράσεις).

Την φύση πρέπει κανείς να την αντιμετωπίζει επιστημονικά, για την ιστορία πρέπει να κάνει ποίηση έγραψε ο Όσβαλντ Σπένγκλερ και η Μ.Λ.Π. έχει να καυχιέται για ορισμένα από τα πιο ενδιαφέροντα ιστορικά μυθιστορήματα: Ιερός ποταμός (στα μέρη όπου οι αρχαίοι θεοί κυνηγημένοι και αγκαλιασμένοι με τους αγίους), ο 600σέλιδος ποταμός Πήραν την Πόλη, πήραν την, ο Άγγελος της Στάχτης (που η ίδια έχει τονίσει πως όλη της η λογοτεχνική διαδρομή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά δρόμοι βοήθειας για να φτάσει σε αυτό το «ορφικό τραγούδι»). Τη συλλογική έννοια της ιστορίας πρέπει να την κάνεις προσωπική. Τότε μόνο γίνεται μαρτυρία και προσωπικός καθαρμός.

Αναγνώστρια και μεταφράστρια του Μπέκετ, υποστασιακή (όπως χαρακτηρίστηκε από τον Λακαριέρ) ποιήτρια, μυημένη στη μεταφυσική των πραγμάτων, η Μ.Λ.Π. χρησιμοποιεί τη λέξη μύηση πολύ προσεκτικά, την βιώνει μόνο σε απόλυτη προσωπική εμπειρία. Ακολουθούμε την ηρωίδα της στην Γκρίζα Πολιτεία καθώς αντιμετωπίζει την αρρώστια και την απειλή του άμεσου θανάτου στο υπερδιεγερμένο Παρίσι του ’68, ο Τάκης Βαρβιτσιώτης ξαναδιαβάζει την ποίησή της και οι υπόλοιποι αφιερωτές εξετάζουν το έργο της από 27 οπτικές γωνίες, για την μνήμη που παλεύει να επιστρέψει στις πηγές της, για τον κύκλο στο μεταφυσικό της σύμπαν, για το ποιητικό και εικαστικό στοιχείο στην πεζογραφία της. Καθένας δημιουργεί μια πραγματικότητα στα μέτρα της δικιάς του αλήθειας, για να μπορέσει να σωθεί – όπως έλεγε δια μέσου του ήρωα στο Μικρό κλουβί. Συμπληρώνεται από πλήρες εργο-χρονολόγιο κάθε γραπτής ή προφορικής κατάθεσής της. Εκδ. Γκοβόστη, 256 σελ. Περιεχόμενα όλων των τευχών του περιοδικού εδώ: http://www.govostis.gr/.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

08
Ιουλ
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 9. Κώστας Μαυρουδής

 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και πρόσφατοι συγγραφείς.

Θα ήθελα να κάνω μνεία στην μεγάλη παράδοση του γαλλικού μυθιστορήματος (19ος αιώνας) και ακόμα στον ευρωπαϊκό μεσοπόλεμο (κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία). Δεν με συγκίνησε ποτέ η λεγόμενη νεωτερικότητα, και άλλα πιο πρόσφατα φαινόμενα (π.χ.αντιμυθιστόρημα), πείραμα που δεν πιστεύω ότι έδωσε καμιά αυθεντική τέρψη, ούτε φώτισε κρυμμένες περιοχές. Ήδη, τώρα που μιλάμε, έχει κριθεί. Εν πάση περιπτώσει, διαβάζω πλέον λιγότερο (πάντα λογοτεχνία αναφοράς, μήπως και προλάβω τουλάχιστον να γνωρίσω περισσότερα έργα απ’ αυτό που αποτέλεσε τον κλασικισμό). Θα έλεγα ότι δεν έχω αξιόλογη εποπτεία και ενημέρωση για τη σύγχρονη παραγωγή, αν εξαιρέσω διάφορες λαμπρές περιπτώσεις, π.χ. τον Κλάουντιο Μάγκρις ή τον Έκο ή άλλα πρόσωπα που συναντώ τυχαία ή καθ’ υπόδειξη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και πρόσφατα βιβλία.

Θα αναγκαστώ να επαναλάβω τον εαυτό μου. Θέλω να πω ότι πάντα δείχνω τις ίδιες περιοχές, αλλά πώς αλλιώς θα μιλούσε κάποιος με συγκεκριμένες εμμονές και προτιμήσεις. Το Μαγικό Βουνό, λοιπόν, του Τόμας Μαν, Ο Γατόπαρδος του Λαμπεντούζα, Ο χθεσινός κόσμος του Τσβάιχ. Στο τελευταίο παρακολουθούμε τον γοητευτικό πνευματικό μύθο της Αυστροουγγαρίας, μιας μικρογραφίας, κατά τη γνώμη μου, του πειράματος της Ενωμένης Ευρώπης, που επιχειρείται αργά αλλά σταθερά σήμερα. Ο χθεσινός κόσμος, χωρίς να μένει προσκολλημένος στο ντοκουμέντο και τη λεπτομέρεια, μόνο με ό,τι συντήρησε η μνήμη του συγγραφέα που ζούσε εξόριστος στη Βραζιλία, δεν είναι απλώς κορυφαία μαρτυρία ιστορικών γεγονότων, αλλά σειρά μεγάλων ιμπρεσιονιστικών εικόνων. Ως τελευταία πράξη ζωής (ο Τσβάιχ αυτοκτόνησε το 1942, πριν να κυκλοφορήσει το βιβλίο), αυτή η αφήγηση ανασυνθέτει ένα περιβάλλον υψηλών αξιών και βαθιάς καλλιέργειας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στην Στενογραφία, τελευταίο βιβλίο μου, έγραφα ότι «η μεγάλη λογοτεχνία κάνοντάς μας να γνωρίσουμε τα πάθη μακρινών και επινοημένων προσώπων, συντελεί, ώστε με την πλησμονή των αισθημάτων, των κρίσεων και των σκέψεων γι’ αυτά (την υπεραπασχόληση με τον κόσμο τους) να περιφρονούμε, δυστυχώς, την καθημερινή ζωή και τους πραγματικούς ανθρώπους γύρω μας. Με ακολουθούν, λοιπόν, για να απαντήσω στο ερώτημά σας, αρκετοί χαρακτήρες, με τη μοίρα και την εικόνα των οποίων συνομίλησα ή γοητεύθηκα. Άλλωστε, η λογοτεχνία υπάρχει γιατί η ζωή, υπολείπεται, σε τελειότητα, ενός έργου. Το τελευταίο έχει όλα τα στοιχεία που μας λείπουν. Δεν γερνάει, δεν παρέρχεται, δεν φοβάται. Θυμάμαι ότι ο Φλομπέρ, δήλωνε ζηλότυπα πως δεν ανεχόταν το γεγονός ότι θα ζει η Μποβαρί όταν ο ίδιος θα είναι σκόνη. Αργότερα, ο μοντερνισμός προσπάθησε να φέρει αυτό το δέος στο επίπεδο ενός κειμένου, έκθετου στην ερμηνεία. Η κριτική απαίτησε την ίδια σημασία με το κείμενο. Στην πιο γελοία εκδοχή, ο αναγνώστης «έγινε» συγγραφέας. Αγαπώ λοιπόν, για να επιστρέψουμε στην ερώτηση (γι’ αυτό τον θυμάμαι επαρκώς), τον νεαρό ναυπηγό Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού, που ζει την αγωνία ενός δραματικού τόπου, το μεγαλειώδες σκηνικό όπου βρίσκεται το σανατόριο «Μπέργκχοφ» στο ορεινό Davos της Ελβετίας. Όμως και όλοι οι περί αυτόν είναι σπουδαία λογοτεχνικά πρόσωπα, σύμβολα ροπών, ιδεών, πεποιθήσεων. Στο περιβάλλον τους συντίθεται μια περιοχή βαθύτατης πνευματικότητας, συνθήκη αξεδιάλυτη από την αγωνία της φθοράς και του θανάτου. «Ιστορία παλιά, σκεπασμένη ήδη από πολύτιμη ιστορική σκουριά», όπως λέει ο Μαν εισάγοντας ως ένα συντελεσμένο παρελθόν το βιβλίο. Μένω, λοιπόν, με την εντύπωση ότι σ’ αυτή την ωκεάνεια σύνθεση τα πάντα έχουν ειπωθεί (η μεταφυσική, η επιστήμη, η Ιστορία, η τέχνη, ο έρωτας). Οι σελίδες του έχουν εμψυχώσει χαρακτήρες με στάσεις και διαθέσεις, που κάνουν αυτό το τεράστιο χρονικό πραγματικά αποκαλυπτική αφήγηση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε πάρκα, στο λεωφορείο, στο πλοίο. Η ολοκλήρωση όμως των κειμένων μου γινόταν πάντα σε απόλυτη συγκέντρωση και με αφόρητα αργούς ρυθμούς. Ασχολούμαι για χρόνια με κάθε κείμενο. Αυτό δεν το αναφέρω ως αρετή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας βασανιστικής νεύρωσης. Πιστεύω ότι πάντα έχει τη δυνατότητα να γίνει καλύτερο, συνεπέστερο με την αναζήτηση της πρώτης ιδέας. Για μένα είναι αμφίβολο αν τελειώνει ποτέ ένα έργο, κι αυτό διότι ξέρουμε ότι η πρώτη ύλη του δεν παραδίδει αμαχητί τις αντιστάσεις της αφενός, και ότι το απόλυτο ενός αισθήματος είναι τελειότητα που δεν αναπαράγεται, απλώς προσεγγίζεται, με άλλα μέσα. Στην Στενογραφία έγραφα ακριβώς αυτό, με τη μορφή του αφορισμού: «Όλα τα νοήματα είναι επιφυλακτικά με τη γλώσσα, δεν διαθέτουν όμως κανένα καλύτερο μέσον για να υπάρξουν. Ή, διαφορετικά, οι λέξεις δεν αρμόζουν ποτέ σε αυτό που θέλουν να πουν». Λυπάμαι αν θα φανούν υπερβολικά γερασμένες ή ιδεαλιστικές αυτές οι απόψεις, αλλά δεν μπορώ να δω το κείμενο ως ένα απολύτως αυτόνομο σώμα, έκθετο στις διαθέσεις της ανάγνωσης. Καταλάβαίνω, εν μέρει, εκείνον που δίνει τα αναγνωστικά του νοήματα στο κείμενο, για μένα όμως πάντα παραμένει κυρίως αυτός που πάνω του δοκιμάζεται μια πρωταρχική βούληση, μια πραγματοποιημένη ονειροπόληση του συγγραφέα. Χρήσιμο παράδειγμα, από την Στενογραφία και πάλι, ένας σύντομος φιλοπαίγμων αφορισμός: «Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Θα ακούσει και θα μεταδώσει άλλα πράγματα».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στην ποίησή μου κίνητρο είναι η αναδρομή. Η νεύρωση του παρατατικού, όπως λέω. Στα υπόλοιπα κείμενά μου, αυτά που μοιάζουν με εκτεταμένο αφορισμό και περιέχουν ιδέες και γνώμες, ελάχιστα με επισκέπτεται η αποκάλυψη. Οι ιδέες μου προκύπτουν, κυρίως, στη διάρκεια και εξ αφορμής αναγνώσεων λογοτεχνίας. Η ανάγνωση είναι μια σίγουρη μεσιτεία που μου παρέχει εναύσματα και ερεθίσματα, με τα οποία δουλεύω. Το κείμενο είναι, σ’ αυτή την περίπτωση, σαν ένα υπέροχο ταξίδι που κάναμε, και που οφείλεται στο ότι συναντηθήκαμε τυχαία με τα θέλγητρα ενός τουριστικού προσπέκτ. Να προσθέσω ότι μ’ ενδιαφέρει η «κλοπή», το «δάνειο». Το διακείμενο, όπως το λέει η Θεωρία. Μου αρέσει η χρήση ξένων μερών ή ιδεών στη σύνθεση μιας νέας κατασκευής. Είναι συνθήκη που μοιάζει με αυτή των νεότερων εποχών, οι οποίες έχτιζαν πάντα με υλικά δανεισμένα από κατασκευές αρχαίες και προγενέστερες. «Μήπως οι θαυμάσιες κολόνες της Σάντα Μαρία ντέλι Άντζελι δεν προέρχονται από τις Θέρμες του Διοκλητιανού και ο χαλκός από το Πάνθεον δεν χρησιμοποιήθηκε για τον Άγιο Πέτρο;», αναρωτιόταν σε ένα γράμμα του ο Λίστ, μιλώντας για τα καπρίτσια της Ιστορίας. Μπορώ ακόμα να προσθέσω ότι κάθε παροπλισμένο αντικείμενο, κάθε αγνοημένη ή λανθάνουσα ύλη θα επιθυμούσε να γίνει μέρος ενός καινούργιου συνόλου, να διατεθούν δηλαδή τα ξεχασμένα στοιχεία χάριν μιας νέας συνθέσεως που θα μιλήσει με τα δάνεια υλικά, θα ξαναβγεί στη ζωή ως αυτοτελής πρόταση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού και ο πρίγκιπας Σαλίνα, του Γατόπαρδου. Ο πρώτος για το προσωπικό του πεπρωμένο, έτσι όπως εμφανίζεται ξαφνικά, όταν από το Αμβούργο ταξιδεύει και επισκέπτεται έναν νοσηλευόμενο εξάδελφό του στο περίφημο Davos, και ο δεύτερος για την πτώση του (αντιλαμβάνεται και βιώνει στωικά μοίρα της τάξης του, της αριστοκρατίας), την εποχή που νέα στρώματα εμφανίζονται στο προσκήνιο της Ιστορίας και αλλάζουν (τέλος του 19ου αιώνα) την εικόνα, τα αιτήματα και τις αξίες της ζωής. Βρισκόμαστε στη Σικελία του 1860. Η Ιταλία ενοποιείται. Το μεγάλο νησί του νότου έχει προσαρτηθεί και η κυβέρνηση του Τορίνο επιθυμεί να διορίσει ορισμένους επιφανείς Σικελούς ως γερουσιαστές στη βουλή του νεοπαγούς κράτους. Κάποιος αντιπρόσωπος φτάνει στο Παλέρμο για να πείσει τον γηραιό πρίγκιπα Σαλίνα να αποδεχθεί τον διορισμό. Ο περίσκεπτος και κουρασμένος αριστοκράτης απαντά με μιαν αξιοζήλευτη, στη διαύγειά της, ιστορική απαισιοδοξία σ’ εκείνους που οραματίζονται ένα νέο κράτος. «Μου μιλούσατε για μια Σικελία που της προσφέρονται τα θαυμάσια του σύγχρονου κόσμου. Εγώ βλέπω μια γριά που την τσουλάνε με αναπηρικό καροτσάκι μέσα στην παγκόσμια έκθεση του Λονδίνου, που δεν καταλαβαίνει τίποτε, που την αφήνουν αδιάφορη τα Χαλυβουργεία και λαχταράει μόνο τον ύπνο της, το μουσκεμένο από σάλια προσκεφάλι της και το δοχείο της νύχτας κάτω απ’ το κρεβάτι……». Έχω προσέξει πως ελάχιστοι στην Ελλάδα γνωρίζουν την ιδιότυπη περίπτωση του Λαμπεντούζα και του μοναδικού του έργου. Ο Γατόπαρδος είναι μυθιστόρημα αναφοράς κι αυτό, γιατί μιλάει για τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές, μια ευγένεια που ο εκφραστής της θρηνεί αξιοπρεπώς, και τις τρομακτικές διαφοροποιήσεις του αιώνα των μαζών.
Να μην αγνοήσω τον Γουσταύο Άσενμπαχ, από τον Θάνατο στη Βενετία, σύμβολο θηρευτή της ομορφιάς και του απόλυτου, που στην αρχή της νουβέλας ζητάει απλώς «τέσσερις βδομάδες ανάπαυσης σε κάποιο κοσμοπολιτικό κέντρο του γελαστού νότου». Ωστόσο, απαντώντας σ’ αυτή την ερώτηση, δεν στέκομαι στο πόσο αγαπημένος είναι για μένα κάποιος λογοτεχνικός χαρακτήρας. Αυτό είναι η φυσική έλξη της γοητείας και του ρεμβασμού που ασκεί η σημαντική πεζογραφία. Νιώθω ότι η σημασία αυτού του πλασματικού κόσμου (το αναφέρω σε κάθε ευκαιρία) είναι ο απρόσβλητος, οριστικός και ακέραιος χαρακτήρας του, που στον αντίποδα της δικής μας μοίρας συνιστά απελπισμένο αντίδοτο της προσωρινότητας. Μόνον έτσι, μ’ αυτή τη σημασία, μπορούμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα του ιερού (στοιχείο δεν ξέρω πόσο εξωαισθητικό), που συνοδεύει τις τέχνες.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η επίσκεψη σε γέροντα με άνοια (Κέδρος, 2001) είναι πεζόμορφη ποίηση. Ένα νέος κάνει δεκαεπτά επισκέψεις σε έναν ηλικιωμένο με άνοια. Μιλάει μαζί του, συνομιλώντας στην ουσία και με τη δική του μοίρα, με τον καθρέφτη του. Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Νεφέλη, 2000) είναι ένα ιδιότυπο οδοιπορικό, γραμμένο με κάθε είδος λόγο. Μπορείς να το πεις αφήγημα, χρονικό, ποιητική σπουδή. Ταξίδια στην Ευρώπη και παιδικές μνήμες ανακατεύονται αναδεικνύουν τον πνευματικό χαρακτήρα ενός βλέμματος. Έκανα ένα πείραμα πρόσφατα μ’ αυτό το βιβλίο. Πήρα ορισμένα κείμενά του και τα τοποθέτησα στην προσεχή, ανέκδοτη ακόμη, ποιητική μου συλλογή (Τέσσερις Εποχές). Αυτά τα κείμενα λοιπόν στάθηκαν πολύ πειστικά ως ποιήματα. Αυτό σημαίνει κάτι που γνώριζα. Ότι πίσω απ’ τα κείμενά μου και τις αναφορές τους, πίσω από έναν κόσμο συγκεκριμένων εμμονών που είναι τα βιβλία μου (ο χρόνος και το χαμένο, κάτι που μοιάζει πολύ με μεμψιμοιρία) υπάρχει η ποίηση. Κάθε προσέγγιση κατατείνει σ’ αυτήν, ακόμα κι αν μιλάει με ιδέες, με λογικούς ορισμούς. Η Στενογραφία (Κέδρος, 2006) είναι προσπάθεια να ειπωθούν αφοριστικά οι αλήθειες του συγγραφέα για τον ίδιο και τα πράγματα. Η ιστορία, η αισθητική, η γραφή, βιώματα και οράματα είναι οι περιοχές στις οποίες κινείται το βλέμμα. Ο συγγραφέας εξομολογείται και αυτοπαρωδείται («με την αυτοπαρώδηση», λέει ο Σιοράν, «μειώνουμε πολύ τις ήττες μας, μπορούμε εν τέλει να τις απολαμβάνουμε».) Όλα αυτά, με το στοίχημα τα βιώματα να γίνουν ύφος και στιλ, που είναι η πειθώ της αλήθειας μας και της αλήθειας της γραφής. Η ζωή με εχθρούς (Μελάνι, 2009) κυκλοφορεί τώρα. Είναι συγκέντρωση κειμένων τα οποία εμφανίστηκαν ως εντυπώσεις, κριτικές ή δοκίμια, θέλοντας όμως να έχουν το χαρακτήρα της δημιουργικής γραφής, κι ακόμα να παρατηρήσουν και να σχολιάσουν αποκαλύπτοντας και φωτίζοντας τα αντικείμενά τους . Είναι ένα βιβλίο με μαρτυρίες βιωματικής ζωής μέσα από διάφορα είδη λόγου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς, κυρίως δικά μου ποιήματα και διηγήματα, που δεν τολμώ να πιστέψω πως τελειώνουν, πως είναι έτοιμα, και κλωθογυρίζω γύρω απ’ αυτά εδώ και πολύ καιρό, ανασφαλής και αβέβαιος. Εδώ κι εκεί βλέπω, κάποτε και τα ποιητικά βιβλία που μου στέλνουν. Τα περισσότερα (με το βάρος, δυστυχώς, ενός λόγου που δεν μεταλλάσσεται και με την αδυναμία παραγωγής κάποιου πειστικού μικρόκοσμου) αρνούνται να απογειωθούν, και άλλα βουίζουν σε χαμηλή πτήση. Τέλος, σπανιότερα, εμφανίζεται διακριτό και αναγνωρίσιμο το αξιοσημείωτο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, είναι καθαρό εμπόδιο. Με εκφράζει κι εδώ ο 19ος αιώνας. Μετά τη διάλυση της μορφής, όπως την ξέρουμε, ακούω μετά βίας τους εξαρθρωμένους ήχους. Όπως ένας γάλλος τεχνοκριτικός έλεγε για τη ζωγραφική (στις αρχές του αιώνα) στον γιό του «Πρόσεξε, μέχρι τον Σεζάν, μην προχωρείς πιο πέρα», έτσι μου λέει και ο εαυτός μου: «Μέχρι τον πρώιμο Ντεμπισί, μετά συμβαίνουν άλλα πράγματα που δεν με αφορούν και δεν τα αγγίζω».

Τι γράφετε τώρα;

Για την ακρίβεια δεν γράφω. Διορθώνω, τελειοποιώ, αναδιοργανώνω (δεν ξέρω με πόση επιτυχία, για ορισμένα κείμενα είμαι ικανοποιημένος, αλλού δεν μου βγαίνει και το παλεύω).Τα διηγήματα είναι ιστορίες από τη δεκαετία του ’50 και η ποίηση (έχει τίτλο Τέσσερις Εποχές) είναι αφηγηματικά ποιήματα που έχουν συγκεκριμένο θέμα, δεν ομφαλοσκοπούν και δεν ασχολούνται ναρκισσιστικά με τον εαυτό τους ως γλωσσική αυτοαναφορά. Γενικά μιλώντας τώρα, πιστεύω πως δεν υπάρχει μεγάλο κείμενο αν δεν υπάρχει μεγάλο θέμα. Ο υπέροχος κατηχητικός λόγος, π.χ., του Χρυσοστόμου («Πού σου το νίκος Άδη…») έχει απέναντί του την κορυφαία ανθρώπινη αγωνία, τον θάνατο, και τη βαθιά νοσταλγία της αθανασίας. Όταν κανείς ενηλικιώνεται φιλοδοξεί, ή σ’ αυτό θα πρέπει να κατατείνει, να συνομιλήσει με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής. Στα νιάτα μας, με τον ναρκισσισμό και την αφέλεια μιας άψαχτης δύναμης, νομίζαμε ότι αρκούσε να υμνήσουμε ένα κορίτσι ή να αμπελοφιλοσοφήσουμε για τον ουρανό. Μπροστά σ’ ένα έργο, σκέπτομαι, πρέπει να συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα ισχυρό, να νιώθει κανείς την έκπληξη και τον αιφνιδιασμό ενός ανυποψίαστου, ενός πρωτόγονου, που βλέπει για πρώτη φορά τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα χρόνια πέρασαν. Όλα είναι πολύ απαιτητικά πια, γι’ αυτό πολύ δύσκολα.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.

Όχι σπουδαία πράγματα, διάλογος με την επικαιρική πρόκληση, συχνά δοκισοσοφία, λόγος, φυσικά, χωρίς την προοπτική που αναγνωρίζουμε στο απαιτητικό δημιουργικό κείμενο. Διακρίνεται αμέσως από την έκφραση που έχει πίσω της μια προφανή στοχαστική αγωγή. Συναντιόμαστε συχνά με τον κοινό τόπο, που με μικρό φορτίο και χωρίς αξιώσεις, έχει τη βεβαιότητα ότι θα κριθεί με συγκατάβαση. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά είναι λίγες για να διαμορφώσουν εικόνα. Κυριαρχεί η μέτρια πανσπερμία, οι αγαθές προθέσεις, συχνά ο στόμφος, η ιδεολογική μονομέρεια, και προκειμένου για τις σελίδες κριτικής, η απόλυτη γενναιοδωρία και εξίσωση των πάντων. Γενικολογώ, αλλά αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η χειρότερη παθογένεια των ηθών μας. Τα αδιαφοροποίητα κριτήρια, η έλλειψη κλίμακας μεγεθών. Μια συγκαταβατική δημοκρατία όπου τα νεοελληνικά αντιμετωπίζονται με το φόβο μήπως παρεξηγήσουν ή παρεξηγηθούν.

Δημοσίευση και στο mic.gr αύριο μεθαύριο.

06
Ιουλ
09

Μπουραζοπούλου Ιωάννα – Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;

 

Φανταστείτε μια μεταλλαγμένη Νέα Ευρώπη, κατόπιν υπερχείλισης της Νεκράς Θάλασσας, με λιμάνια την Μαδρίτη, το Παρίσι και την Βιέννη, με ατμόσφαιρα δηλητηριώδη κι αναθυμιάζουσα. Φανταστείτε τους νέους της Κυρίαρχους, την «Κοινοπραξία των 75», ως πολλαπλασιασμένη δικτατορία και ως επιχείρηση οικονομικού ολοκληρωτισμού συγχρόνως, καθώς εκμεταλλεύεται ανά τον κόσμο το θαυματουργό παραισθησιογόνο αλάτι του υποθαλάσσιου ρήγματος. Οι υπήκοοι της νέας Αποικίας δεν είναι παρά φοβισμένοι και πειθήνιοι υπάλληλοι, όπως και η διοικούσα πολυεθνική εξάδα ιδιαίτερων χαρακτήρων, που χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της όταν ο ανώτατος κυβερνήτης πεθαίνει κι ένας παράξενος αντικαταστάτης παίρνει τη θέση του. Μέχρι εδώ η φαντασία σας – γιατί τα επόμενα, κυριολεκτικά δεν γίνεται να τα φανταστείτε, μόνο να τα διαβάσετε.

Η Ελευθερία είναι πάντα δυσβάσταχτη, πόσοι θα προτιμούσαν τον ετεροκαθορισμό…Οι έξι γράφουν μακροσκελείς επιστολές στους Εβδομήκοντα Πέντε περιγράφοντας την πορεία προς το Χάος, εκείνοι αδυνατούν να τις «αναγνώσουν» ως πρέπει (σχόλιο για την αναπόφευκτη αναγκαιότητα της ερμηνείας των κειμένων;) κι εδώ καλείται ο κεντρικός χαρακτήρας κύριος Φιλέας Μπουκ, ειδικός των επιστολόλεξων (σταυρόλεξων εξ επιστολών). Κάπως έτσι θα είναι ο θετικότερος ήρωας της νέας εποχής: πνευματώδης και καλόψυχος αλλά κυνικός και απαισιόδοξος.

Ιούλιος Βερν, Φίλιπ Ντικ, Η Πόλη των Χαμένων Παιδιών, Η Πλημμύρα του Τζ.Κ. Μπάλλαντ, Μπάρροους και Κάφκα υπό υγρασία αλλά με πλοκή, η Γκρίζα του Πλασκοβίτη, η Dark City, Φανταστικό, Ψυχολογία των Υποτελών και της Ομαδικής Παραίσθησης, πολιτικοί θρησκευτικοί και οικονομικοί συμβολισμοί και αλληγορίες σε καταιγισμό, το τρίτο μυθιστόρημα της Ι.Μ. (Αθήνα 1968, σπουδές ξενοδοχειακού μάνατζμεντ και Διοίκησης Μονάδων Υγείας), η αφανής συνέχεια της προγενέστερης γραφής της (Το Μυστικό Νερό, Το Μπουντουάρ του Ναδίρ) και μια περίτεχνη γραφή, όλα συνυπάρχουν σε αυτό το συνεχώς ανατρεπόμενο αφήγημα, γεμάτο κινηματογραφικές εικόνες που όμως δεν γίνεται να κινηματογραφηθούν και εικαστικές περιγραφές που θα ήταν αδύνατο να αποδοθούν ζωγραφικά. Η λογοτεχνικότερη περιγραφή μιας Μεταπολιτικής Κοινωνίας όπου η Επιχείρηση θα είναι η Νέα Θρησκεία (με τα γνωστά παλαιά μέσα), οι γνώριμοι σύγχρονοι κοινωνικοί «θεσμοί» θα γίνονται υφιστάμενοί της, οι πρώην παραβάτες νυν αρχηγοί, οι εργασιακές κάστες αλληλοαναιρούμενες αρχισυντεχνίες και οι γεωπολιτικές μεταβολές θα αφανίζουν τους πολιτισμούς.

Απόσπασμα: Το αλάτι δραπέτευε από την έρημο. Μπορεί να ήμουν κλεισμένη στο Κυβερνείο, αλλά το ένοιωσα να φεύγει απ’ το σώμα μου, γιατί τα σώματά μας σ’ αυτήν τη γήινη φλούδα γίνανε ηχεία, δεν υπάρχει χλωρίδα και πανίδα για να εμποδίσει την επικοινωνία με το υπέδαφος, δεν υπάρχει πολιτισμός για να διαθλώνται τα μηνύματα και να ατονούνε, η επαφή είναι ξερή και άμεση. Η βροχή των κόκκων άλλαζε πορεία και ανερχόταν τον καταρράχτη αντί να πέφτει. Δεν έβγαινε απ’ το λιμάνι, αλλά απ’ την έρημο. Η πύλη της ερήμου δεν θεωρείται έξοδος, αλλά είσοδος για τη χώρα των λησμονημένων, των λεπρών και των ληστών. Όποιος έζησε στην Αποικία έμαθε να σέβεται την έρημο, την ευθύτητά της, τους απόλυτους νόμους της, το ένα και μοναδικό της πρόσωπο. Η έρημος δεν κοροϊδεύει ποτέ και δεν δέχεται να την κοροϊδέψουν. (σ. 325- 326).

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 482.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Παράλληλοι Φωτισμοί: εδώ κι εκεί.

05
Ιουλ
09

Λογοτεχνείο, αρ. 26

 

Τζιουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, Λίγεια, μτφ. Νάσος Βαγενάς (Giuseppe Tomasi di Lampedusa, Lighea) (από αναφορά του Χρήστου Μπουλώτη στο περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 130, σ. 419)

Το καφενείο ήταν ένα είδος Άδη, όπου συνωστίζονταν αναιμικά φαντάσματα απόστρατων αξιωματικών, συνταξιούχων δικαστικών και καθηγητών. Αυτοί οι ανυπόστατοι ίσκιοι έπαιζαν ντάμα ή ντόμινο βυθισμένοι σ’ ένα ασθενικό φως […]. Και δεν ύψωναν ποτέ τη φωνή, ίσως γιατί φοβόντουσαν πως ένας ήχος δυνατός θα μπορούσε να διαλύσει την εύθραυστη μορφή τους. Ήταν ένα πραγματικό Λίμπο.

Στον Γιώργο Σκαμπαρδώνη

03
Ιουλ
09

Joe Sacco – Palestine

 

Ο καταυλισμός άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας άθλιας μονιμότητας.

Ο Sacco υπήρξε από τους πρώτους που συνδύασαν ρεπορτάζ με κόμικς καταγραφής του Επίκαιρου Τώρα (graphic/comic journalism), κομικογραφίζοντας την Μέση Ανατολή (πρώτος τόμος του Palestine: μέσα 90ς), τα Βαλκάνια (Christmas with Karadzic, Safe Area Gorazde: The War In Eastern Bosnia 1992-1995 κ.ά.) και την Τσετσενία στις πιο δύσκολες ώρες τους. Αυτή η μαυρόασπρη πένα της εμπόλεμης ζώνης δεν περιορίζεται στις στιγμιοτυπογραφίες μιας βασανιστικής πολιτικής καθημερινότητας αλλά ψάχνει το θέμα απ’ όλες τις πλευρές, διαβάζει την Ιστορία, μας την μεταδίδει με τον πιο απλό τρόπο, σε μικρά εύληπτα συννεφάκια – τι ιδανικότερο; Με κεντρικό περιηγητή τον ίδιο τον εαυτό του, αμήχανο και άγαρμπο περιπατητή των παλαιστινιακών παρόδων, παρέα με τον Γιαπωνέζο φωτογράφο του, παρουσιάζει τους ανθρώπους και τη ζωή τους όταν τα μέσα έχουν αποχωρήσει για τα ασφαλή ξενοδοχεία έξω από τις θανατηφόρες συνοικίες. Συζητάει με όλους τους εμπλεκόμενους, τους σαρκάζει τρυφερά, τους δίνει βήμα και τους κρίνει συγχρόνως – όλους! Είναι ειλικρινής μαζί μας ακόμα κι όταν σκυλοβαριέται τις δακρύβρεχτες ιστορίες των παλαιστινίων.

Δεν χωράνε χρώματα εδώ: μόνο με όλους τους διαθέσιμους τόνους του γκριζο-μαυρό-ασπρου μπορεί να καλλιτεχνηθεί η θλιβερή κενή καθημερινότητα των κατοίκων της Γάζας που βιώνουν μια σκιώδη ζωή, με μύριες απαγορεύσεις και περιορισμούς. Με το χαρακτηριστικό του ιδιότυπο καρτουνίστικο στιλ (όπου και ο ίδιος του ο εαυτός γίνεται αστεία καρικατούρα), με υπέροχες λεπτομερειακές λεπτομετρήσεις, προσθήκες χαρτών, αποκομμάτων, ομιλιών και ιστορικών δεδομένων, με ευφυή χρήση των προβλημάτων του ντεκουπάζ και της στατικότητας και πολλά πανέξυπνα ευρυγώνια καρέ, δεν κουραζόμαστε ποτέ να ακολουθούμε αυτόν τον «άλλο Μάρλοου του Κόνραντ» στις πολύπαθες περιοχές όπου πάντα συμβαίνει κάτι (και φυσικά όχι καλό).

Γεννημένος στη Μάλτα το 1960, όταν δεν περπατάει στα μέρη που ματώνει η Ιστορία, δοκιμάζει ευρωπαϊκές περιοδείες με φιλικά του ροκ γκρουπ, σχεδιάζει εξώφυλλα και αφίσες για Βερολινέζικες δισκογραφικές ή απλώς κάνει διαλείμματα κανονικής ζωής στο ζει στο Seattle. Η εισαγωγή του σπουδαίου (Αμερικανού με παλαιστινιακή καταγωγή) Έντουαρντ Σάιντ (τα κείμενα του οποίου άλλωστε, όπως και του Τσόμσκι, περί διαστρέβλωσης της αλήθειας ξύπνησαν τον νεαρό τότε Σάκκο), ο πάντα απαραίτητος πρόλογος του Γιάννη Κουκουλά και οι άψογα τυπωμένες γυαλιστερές σελίδες συμπληρώνουν την πιο άρτια graphic novel comics έκδοση των τελευταίων χρόνων.

Εκδόσεις ΚΨΜ, 2006 (όπως και η ξένη έκδ.), πρώτη έκδοση 2001, μτφ. Γιολάντα Τσιαμπόκαλου (Sadahzinia), εισαγωγή Edward Said, πρόλογος Γιάννης Κουκουλάς, σελ. 285.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

01
Ιουλ
09

Πέτρος Μάρκαρης – Κατ’ εξακολούθηση

 

Υπάρχουν χαρακτήρες που πετάγονται μπροστά σου, χωρίς να έχεις υποπτευθεί ποτέ την ύπαρξή τους. Μοιάζουν μ’ εκείνους τους συγγενείς που ξεφυτρώνουν μια ωραία μέρα από το πουθενά και σου λένε: «εγώ είμαι ο ξάδερφος του πατέρα σου, που είχα φύγει είκοσι χρονώ στον Καναδά»

Κάπως έτσι εμφανίστηκε μπροστά στον Μάρκαρη (Κωνσταντινούπολη, 1937) και ο κεντρικός του χαρακτήρας, ο αστυνόμος Χαρίτος, συν γυναιξί και τέκνω, μια τυπική ελληνική οικογένεια οποιασδήποτε μικροαστικής συνοικίας. Κι έκτοτε «ζουν» μαζί, έχει καταφέρει το αδιανόητο (να τον κάνει συμπαθή), κι επειδή και ο πιο άχρωμος και άοσμος ήρωας χρειάζεται κάπου και μια «ρωγμή», στον Χαρίτο έδωσε δυο: Την εμμονή του με το Fiat 131 Mirafiori (που χόρτασε να βλέπει κατά την θητεία του στην Λιβύη όταν εργαζόταν στις εξαγωγές στα τσιμέντα «Τιτάν» στα μέσα των 70ς!) και τα λεξικά!

Ας μην επιχειρήσει κανείς να εντοπίσει μια πατρίδα στον Μάρκαρη: αρμενική η καταγωγή, γερμανικά τα διαβάσματα λογοτεχνίας, θεάτρου και σκέψης, ελληνική η γλώσσα, άρα … Ποια πατρίδα, λοιπόν; Ένας εξελληνισμένος Αρμένης, και γερμανόθρεφτος πολίτης. Η Πόλη είναι το κοντινότερο σημείο στην έννοια πατρίδα που μπορώ να φτάσω. Ίσως αυτή η διαρκής φόρτιση να ευθύνεται, λέει, που δεν τόλμησε να γράψει τίποτα γι’ αυτήν, ίσως γι αυτό η μειονοτική Κωνσταντινούπολη της μνήμης, ξαναλέει, κληρονομήθηκε ως κλειστή μετεμφυλιακή επαρχιακή καταγωγή στον Χαρίτο.

Η εξομολόγηση του αγαπητού Μάρκαρη στο τραπέζι της κουζίνας του εργαστηρίου του δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει πλείστες κι ερεθιστικές σκέψεις για το αστυνομικό μυθιστόρημα που σήμερα είναι περισσότερο κοινωνικό μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή, για την επιμονή του να ενδιαφέρεται λιγότερο για τον δολοφόνο και περισσότερο για τους μηχανισμούς υπέρβασης των ορίων μας, για την άλωσή του από αριστερούς συγγραφείς που το βρίσκουν ιδανικό πεδίο για πολιτική κριτική. Διαβάζοντας και συγκρίνοντας τους Ίαν Ράνκιν, Μανουέλ Βάσκεζ Μονταλμπάν, Χένινγκ Μάνκελ, Αντρέα Καμιλλέρι, Θοδωρή Καλλιφατίδη κ.ά. εντρυφεί στην σχέση των λογοτεχνικών μεσογειακών ντετέκτιβ με την κουζίνα (εντοπίζοντας φυσικά συγγενικές γαστριμαργικές καταβολές) αλλά και διαπιστώνει την παρουσία βασανισμών στους βόρειους συγγραφείς και την πλήρη έλλειψή τους στους ευρωπαίους νότιους. Μήπως αυτό οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι στις χώρες αυτές υπήρξε τόσο έντονη η παρουσία τους ώστε να μην θέλουν άλλο να τα αγγίξουν;

Ο Μάρκαρης παραδέχεται πως στη ζωή του πάντα έκανε ό,τι δεν ήθελε να κάνει και παραδόξως τα κατάφερνε καλά σε αυτό. Ακόμα και την δουλειά στην Τιτάν είδε θετικά, εφόσον του δόθηκε η ευκαιρία να βρεθεί σε Λιβύη, Συρία, Αίγυπτο, Τυνησία, Αλγερία, Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ. Μέχρι τα 58 του δεν τόλμησε να γράψει μυθιστόρημα επειδή προτιμούσε την απόλαυση της ανάγνωσης των άλλων [Σταντάλ, Φλωμπέρ, Ροθ, Όστερ], παρά την αφόρητη πλήξη της δικής του γρ/αφ/ήγησης. Άλλωστε είχε βρεθεί στην επικράτεια άλλων γραφών: θεατρικής και σεναριακής (υπήρξε βασικός σεναριογράφος των ταινιών του Αγγελόπουλου και της Ανατομίας ενός εγκλήματος). Μέχρι που ακολούθησαν οι καταιγιστικές μεταφραστικές (κορύφωση της οποίας η 5ετής ενασχόληση με την μετάφραση του Φάουστ) και συγγραφικές βουτιές.

Εκδ. Πατάκη, 2005, [Η κουζίνα του συγγραφέα, 5], 197 σελ. συν 12σέλιδο φωτογραφιών.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

29
Ιουν
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 8. Γιώργος Ρωμανός

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Δεν μπορώ να μιλήσω για λογοτεχνία χωρίς αναφορά στον Όμηρο και τον Ηρόδοτο. Ακόμα και στο τελευταίο τεύχος ,23, της Πανδώρας δημοσίευσα, σε μετάφραση του Γ. Μπλάνα, τους 100 πρώτους στίχους της Ιλιάδος. Κι αν ο Όμηρος είναι ο πατέρας του μυθιστορήματος, μέσω της ποιητικής, της ποίησης και της προσωδίας του πεζού λόγου, ο Ηρόδοτος και οι ιστορίες του, πιστεύω ότι είναι ο πατέρας του διηγήματος. Κι αυτό που θεωρώ αξεπέραστο, σ’ αυτές τις ιστορίες, είναι η δύναμη της αφήγησης όσο και η αφηγηματική συμπύκνωση στο ουσιαστικό, που έτσι γίνεται συγκλονιστικό.

Από κει και πέρα, τα τελευταία χρόνια, τόσο λόγω μεγάλης αγάπης αλλά και ουσιαστικό καθήκον διαρκούς μελέτης ξαναδιάβασα: Θερβάντες, Μέλβιλ, Τζόυς, Γουλφ, Προυστ, Μαν, Ντοστογιέφσκι, Κόνραντ, και, λόγω του ότι δεν ξεχνώ ποτέ το διήγημα από το οποίο προέρχομαι, ξανά, Τσέχωφ και Παπαδιαμάντη. Η ενασχόλησή μου, με όλους, ξεφεύγει από τα όρια της απλής αναγνωστικής απόλαυσης. Τους θεωρώ εργαλεία σκέψης, τέχνης και τεχνικής, σε μια διαδικασία διαρκούς ωρίμανσης και δικής μου μετάπλασης.

Από τους σύγχρονους ξεχωρίζω τον Μπαρίκο ενώ παρακολουθώ επί χρόνια τους συγγραφείς που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σχετίζονται με τα βραβεία Μπούκερ, (Γιαν ΜακΓιούαν κ.α.) έστω κι αν μερικές φορές έχω έντονες διαφωνίες με θέματα της τεχνικής τους.
Ειδικότερα, από τους Έλληνες, ολοκλήρωσα πρόσφατα ένα μέρος συστηματικής μου μελέτης στον Παπαδιαμάντη, με την μορφή εκτεταμένου δοκιμίου με άγνωστες μέχρι τώρα παραμέτρους και στοιχεία, το οποίο θα δημοσιεύσω σύντομα.

Φυσικά, στον άξονα αγάπης–αντιπάθειας προσπαθώ πολύ να βρω και σύγχρονους νεοέλληνες. Αλλά αυτό που μου μένει είναι μόνο κάποιοι παράγραφοι από μερικά βιβλία τους. Όχι ολόκληρα τα βιβλία. Ωστόσο, για λόγους ενημέρωσης διαβάζω επώδυνα, ο,τιδήποτε πρόσφατο νεοελληνικό υποθέτω πως έχει ενδιαφέρον, έστω και για να μαθαίνω τι φερετζέ φοράει κάθε φορά η εμπορικότητα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Θα ’θελα να προσεγγίσω τον πυρήνα της ερώτησή σας, την ουσία της δηλαδή, και να απαντήσω στο πώς διαβάζω και παράλληλα να πω δυο λόγια για την ανάγνωση. Δεν διαβάζω, όπως λένε, για την αναγνωστική απόλαυση και μόνο. Αλλά διαβάζω πολύ, πολλά και συνεχώς με έναν συστηματικό τρόπο. Έτσι, κατ’ οικονομία θα αναφερθώ μόνο σε κάποια δείγματα ανάγνωσής μου, γιατί για μένα το διάβασμα είναι μια λειτουργία εξόχως συνθετική. Δηλαδή, μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί να θυμηθώ ξανά το πώς ο Χεμινγουέι στήνει την πλοκή σε σχέση με τον χρόνο και τις αιτιακές σχέσεις και γι’ αυτό να ξαναδιαβάσω το, Ο γέρος και η θάλασσα, και, π.χ., να θέλω να το συγκρίνω με τα όσα, αντιστοίχως από πλευράς τεχνικής, συμβαίνουν στο Όσα παίρνει ο άνεμος. Και μιλώ επίτηδες για δύο πολύ μεγάλα best sellers, παγκοσμίως, γιατί παράγουν αναγνωστικά συμπεράσματα προς πολλές κατευθύνσεις.

Γενικά, βρίσκομαι στο απόλυτα αντίθετο άκρο με το σύνολο των σημερινών κριτικών και αναγνωστών που διαβάζουν σε ένα βιβλίο μόνο την κοινωνική διάσταση της υπόθεσής του και αγνοούν (από άγνοια ή και ανικανότητα) όλα τα άλλα, που αποτελούν αναγνωστικά και λογοτεχνικά κριτήρια, τα οποία αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι. Στην εποχή μας και στη μονοδιάστατη αγοραία λογοτεχνία των νεαντερταλικής ικανότητας αφηγητών, πού ακούστηκε να ισχύουν στην πεζογραφία κριτήρια λογοτεχνικότητας, ποιητικής, ποίησης, γλώσσας και ήχων μέσα, το τονίζω αυτό, στον πεζό λόγο ενός μυθιστορήματος. Το να θέτει κανείς τέτοια κριτήρια ανάγνωσης σήμερα είναι σα να μιλάει για πράγματα που ανήκουν σε άλλο γαλαξία.

Κατά τα άλλα, θα αναφέρω κάποια δείγματα, όπως είπα και μόνο, βιβλίων που με απασχολούν διαχρονικά: Μόμπυ Ντικ, του Μέλβιλ, Οδυσσέας, Δουβλινέζοι του Τζόυς, το Στο Φάρο, της Β. Γουλφ, το Έρωτας στη Βενετία, του Μαν, το Φως τον Αύγουστο, του Φόκνερ, το Η γραμμή της σκιάς, του Κόνραντ, η …μικρή Ερέντιρα, του Μαρκές, το Υδατογράφημα, του Μπρόντσκι, η Ταυτότητα, του Κούντερα, το Νησί της προηγούμενης ημέρας, του Έκο, και, το σχετικά πρόσφατο, του Μπαρίκο, Χωρίς Αίμα. Γι’ αυτό το τελευταίο, παρόλο που δεν έχει την ποίηση που υπάρχει στο Μετάξι, η κριτική θα χρειαστεί χρόνια ακόμα για να καταλάβει την μεγάλη σημασία των δύο μερών αυτού του έργου που, από πλευράς τεχνικής, κάνει ματ… με δύο κινήσεις. Δύο, όπως τα κεφάλαιά του. Γιατί κάποιες φόρμες καθίστανται αυτόματα κλασικές, άλλο αν παίρνει χρόνια για να το καταλάβουν αυτό κάποιοι.

Από τους Έλληνες, για μένα έχει διαχρονικό χαρακτήρα ο Παπαδιαμάντης, κι έτσι επανέρχομαι με όλο και πιο απαιτητικούς αναγνωστικούς κύκλους, αλλά και γραπτή μελέτη, στη Φόνισσα και σε διηγήματα όπως στο Έρωτας στα χιόνια, Έρωτας στο κύμα και πολλά άλλα. Τα κριτήριά μου συγκροτούνται πάντοτε πάνω στην ενδιάθετη, πηγαία και τελικά αξεπέραστη μαστοριά του Σκιαθίτη συγγραφέα. Για τους ίδιους λόγους ξεχωρίζω τον Αιχμάλωτο, του Στρατή Δούκα, τους Κεκαρμένους, του Ν. Κάσδαγλη, το Φύλλο το Πηγάδι και τ’ Αγγέλιασμα, του Βασιλικού, τις Αγελάδες, και το Βάραθρο, του Ε. Χ. Γονατά, κ.α.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πάμπολλα του Τσέχωφ, θεωρώ αντιπροσωπευτική τη συλλογή του, Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα, από τις εκδόσεις της Εστίας, και όπως ήδη προανέφερα τα του Παπαδιαμάντη και του Ε. Χ. Γονατά.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η μαύρη αλήθεια είναι πως τα πρόσωπα, οι «ήρωές» μου όπως λέτε, ζωντανεύουν…, αλλά πώς; Κάποια υπαρκτά πρόσωπα της ζωής, αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, στους «ήρωες», των βιβλίων μου και μ’ αυτή την έννοια με ακολουθούν… για να με πείσουν πως ήμουν είτε πολύ αυστηρός μαζί τους είτε άδικος. Παράλληλα βέβαια, οι τροποποιημένοι ως προς την πραγματικότητα χαρακτήρες που επινοώ με ακολουθούν, όσο καιρό γράφω μια μυθοπλασία, αλλά και χρόνια μετά, γιατί συνηθίζω να εξελίσσω ή να αλλάζω ακόμη και τελείως τους χαρακτήρες μου από βιβλίο σε βιβλίο. Είναι ένας απόλυτα υπαρκτός κόσμος μου που ζω μέσα του και ακολουθώ εγώ τους χαρακτήρες που επινοώ.

Δυστυχώς, πολλοί αναγνώστες έχουν την τάση να νομίζουν πως τα πάντα στη λογοτεχνία είναι αυτοβιογραφικά, κάτι σαν ρεπορτάζ ή μια απόλυτα ρεαλιστική ιστορία. Και μάλιστα στην Ελλάδα όπου, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ιδιαίτερη βαλκανική μικρόνοια του να γράφουν κάποιοι συνεχώς για το χωριό, τους χωριανούς τους, τους φίλους, τη γειτονιά τους. Το διαβόητο θέμα δηλαδή της ιθαγένειας και της εντοπιότητας. Νομίζουν πως έτσι «ξαναγράφουν» την Ιστορία του τόπου από τη δική τους καθαρά υποκειμενική σκοπιά, ενώ αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να βγάλουν εαυτόν δικαιωμένο, με κάθε τρόπο, και να υπηρετήσουν τις κοινωνικές και κομματικές δομές που ανήκουν. Τι σχέση έχουν αυτά τα εφημεριδικά ιδιοτελή με τη λογοτεχνικότητα και τη λογοτεχνία;

Διαφωνώ, λοιπόν, επειδή είμαι αυτός που έθεσα σε δοκίμιό μου για πρώτη φορά την έννοια του «Ετεροβιώματος» ως συστηματική αξία συγγραφής, θέσης και τεχνικής και όχι ως εντελώς περιορισμένης χρήσης θεωρητικό όρο. Οι αναγνώστες πρέπει να καταλάβουν πως ο συγγραφέας κινείται σε ένα χώρο λογοτεχνικής ανανοηματοδότησης (πρώτη μέγιστη αξία) της πραγματικότητας και για να είναι πειστικός (δεύτερη μέγιστη αξία) οφείλει να είναι άτεγκτος με τα της ζωής, που όσο πιο ακραία και ποιητικά τα εμπλουτίζει τόσο καλύτερα για το βιβλίο που γράφει. Ο χαρακτήρας της ζωής, το πραγματικό πρόσωπο, που τροφοδοτεί ως ένα σημείο και μόνο έναν χαρακτήρα μιας μυθοπλασίας, πρέπει να ξέρει πως κάποια στιγμή ο συγγραφέας δεν θα του χαριστεί. Κι αν χρειαστεί, μεταφορικά, θα τον σφάξει στο γόνατο, γιατί αυτό επιβάλλει η λειτουργικότητα του κειμένου. Κι αυτή η λειτουργικότητα είναι ένας από τους πρωτεύοντες ηθικούς κανόνες σε ένα βιβλίο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ανήκω σε αυτούς που διαλέγονται με τα πρόσωπα της μυθοπλασίας τους κυριολεκτικά παντού. Γράφω με όλα τα μέσα, πολύ με μολύβι και πέννα μελάνης, ενώ δουλεύω στα κομπιούτερς, με όλα τα προγράμματα γραφής και σελιδοποίησης λόγω Πανδώρας, και φυσικά γράφω μυθοπλασία απευθείας στην οθόνη. Έχω σημειωματάρια δίπλα στο μαξιλάρι μου και σε διάφορα σημεία του σπιτιού και του εργαστηρίου μου. Ακόμη, μπορεί να με δείτε να γράφω όρθιος σε πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου, στα χαρτάκια που κουβαλώ γι’ αυτό το σκοπό πάντοτε μαζί μου. Ξέρω πια να ξεχωρίζω πότε μια ιδέα είναι δυνατή και χρειάζεται άμεση καταγραφή. Νύχτα μέρα κουβαλάω στο μυαλό μου την εκάστοτε ιστορία που γράφω. Μια καλή σκηνή μπορεί να προκύψει οποτεδήποτε. Έτσι, έχω γράψει και γράφω παντού, οποιαδήποτε ώρα και δεν ξεχωρίζω τόπους διαμονής, αν είμαι σε διακοπές ή στο εργαστήριό μου, αν ταξιδεύω με αεροπλάνο, αυτοκίνητο ή τρένο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πρώτα, συλλαμβάνω έναν κεντρικό πυρήνα μιας ιδέας που αποτελεί και την λογοτεχνική μου Θέση / άποψη. Πάντοτε κάτι με ενδιαφέρει κυρίαρχα. Πιστεύω πως εάν ο συγγραφέας δεν μπορεί να εκφράσει σε μία σύντομη παράγραφο την Θέση του, για ένα μυθιστόρημα 300 ή και 700 σελίδων, τότε έχει αποτύχει. Δεν μπορείς να έχεις πολλαπλές και αλληλοαναιρούμενες θέσεις μέσα στο ίδιο κείμενο. Δεν μπορείς να έχεις φυγή ιδεών που δεν στοχεύουν πουθενά. Είναι αφελείς οι ατάλαντοι που νόμισαν πως μεταμοντερνισμός στη γραφή χρησιμεύει για συγκάλυψη ανυπαρξίας ταλέντου και τεχνικής. Η συρραφή εξωδιηγητικών στοιχείων και η συν – παράθεσή τους με αδύναμες αφηγηματικές γέφυρες δεν παράγουν αυτόματα λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Αφηγητής δεν γίνεσαι, γεννιέσαι, ενώ, και χωρίς τεχνική κατάρτιση και αυτεπίγνωση πάλι δεν μπορείς να πας μακριά…

Έτσι, ξεκινώ να γράφω πάντοτε με γνώμονα μια κεντρική ιδέα που την εμπλουτίζω συνθετικά. Συνήθως αποτυπώνω μια σπονδυλωτή διάταξη γεγονότων / κεφαλαίων αλλά ξέρω ανά πάσα στιγμή τι θέλω να κάνω με αυτά. Στην πορεία, οι διορθώσεις και οι ανακατατάξεις είναι συνεχείς και εξαντλητικές.

Γενικά, μ’ αρέσει να πειραματίζομαι σε μορφή και περιεχόμενο, με στόχο το πιο δυνατό κείμενο. Γράφω πεζογραφία κατ’ οικονομία, όπως θα έκανε ένας ποιητής. Και δεν εννοώ μόνο το διαβόητο πια «νόημα» μιας ιστορίας και την αφήγησή της, αλλά κυρίως τη γλώσσα και την τεχνική του κειμένου. Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, απογειώνει κυρίως ένα κείμενο είναι η δουλειά στο περιεχόμενο και σε γλώσσα, ποιητική και ποίηση που προβάλλει από τον πεζό λόγο. Αυτά είναι τα σημαντικά και όλα τα άλλα έπονται, ακόμη και το θέμα. Δεν υπάρχει καλό κείμενο χωρίς καλό συντακτικό, ροή, συνηχήσεις κ.λπ. Γιατί κάθε ιστορία, έννοια, λέξη, όλα, έχουν τα όριά τους. Δεν μπορείς να τραβάς τα πράγματα σα λάστιχο για να γεμίζεις σελίδες ή, δήθεν, να καταγγέλλεις με έναν αναίσθητο γλωσσικά λόγο. Η γλώσσα αποτελείται από μικρά σύνολα μορφών, σπονδύλους φθόγγων και ήχων που, σε ενδολεκτικό επίπεδο, παίζουν συγκεκριμένο όσο και καταλυτικό ρόλο.

Το ότι κάποιοι γράφουν ή εξακολουθούν να γράφουν «ευπώλητα» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά αυτό που σήμαινε και μια μπαγιάτικη εφημερίδα, δηλαδή, μία που εκδόθηκε πριν πολλές μέρες. Καθίσταται αδιάφορη λόγω παρέλευσης του εφήμερου.

Πασχίζω, λοιπόν, για την οργανικότητα και τη λογοτεχνικότητα (δυο αξεπέραστες έννοιες) στα κείμενά μου και, όπως λένε οι κριτικές που μου έχουν γίνει, αυτές με καθόριζαν από το ξεκίνημά μου. Οι ιδέες μου πάντοτε ξεκινούν από έναν καθαρά ποιητικό χώρο και, ανάλογα με τις ανάγκες του πεζού κειμένου μου, επεκτείνονται, αναπτύσσονται.
Συμπερασματικά, για να απαντήσω ακριβώς στη διατύπωση της ερώτησής σας, αλίμονο στον πεζογράφο που δεν «παγιδεύει» ή δεν εντοπίζει τις ιδέες του στον χώρο της ποίησης που θέλει να γίνει πεζογραφία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Επί 32 χρόνια, δηλαδή από το πρώτο μου βιβλίο, το 1977, μέχρι σήμερα ο βασικός χαρακτήρας στα βιβλία μου είναι ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Κατά καιρούς έχω δείξει προτίμηση στον ερωτευμένο άνθρωπο, ιδιαίτερα στις γυναίκες, αλλά και στους παραβατικούς χαρακτήρες, άντρες και γυναίκες. Μια άλλη κατηγορία χαρακτήρων μου, κυρίως σε διηγήματα, είναι αυτή των παιδιών.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Θα ήθελα να αναφερθώ στο πρώτο μου βιβλίο, ο Αλέξανδρος και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Πρόσπερος, 1977. Σ’ αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα αυτό που είπα πιο πάνω, δηλαδή, ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Η ίδια γραμμή υπάρχει και στο Μικρούτσικο δόντι, διηγήματα εκδόσεις Μπιλιέτο, 1997. Στο Το μαλλί της γριάς, διηγήματα, εκδ. Εκπαιδευτική Κοινότητα, 2000, το επίκεντρο είναι ο κόσμος των παιδιών ένας κόσμος τρυφερός, αλλά και σχεδόν πρωτόγονα σκληρός. Στο Κατακόκκινο …σχεδόν θηλυκό, διηγήματα, εκδόσεις Ίνδικτος, 2000, κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο με επικρατούσα τη μορφή του θηλυκού, της γυναίκας. Στα Δέκα ροκ κι ένα μπλουζ για τρεις, διηγήματα, Μεταίχμιο 2004, αναπτύσσονται ακραίες ιστορίες παραβατικών χαρακτήρων και σκληρές καταστάσεις γύρω από το έρωτα και το θάνατο.

Το τελευταίο μου βιβλίο, Καζαμπλάνκα καφέ, μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγκυρα, 2008, αποτελεί φαινομενικά μια ερωτική ιστορία που κινείται στο πεδίο της πάλης έρωτα και θανάτου, αλλά είναι φανερή η φιλοσοφική διάσταση του πράγματος που οδηγεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Αδικώ όμως μου τα βιβλία μου όταν μιλώ γι’ αυτά αναφέροντας μόνο τα θέματά τους, γιατί το κυρίαρχο ζήτημα σε όλα είναι η λογοτεχνικότητα, η γλώσσα, οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ακούω πολλά και, ως παλιός Ραδιοπειρατής, έχω τη δική μου ιστορία με το θέμα. Ροκ, λοιπόν κατ’ αρχήν, αλλά και Σόουλ μιούζικ, Τζαζ, από Θελόνιους Μονκ και μετά, Τζάνγκο Ράινχαρτ, καθώς και μια τεράστια συλλογή κλασικής μουσικής. Όλα, ανάλογα με τα φεγγάρια και το μεράκι του καιρού. Και φυσικά, πότε πότε και λαϊκά από Τσιτσάνη, Χιώτη, Καζαντζίδη μέχρι Σπύρο Ζαγοραίο, και Ευσταθίου. Το συναίσθημα αυτού που γράφω με καθορίζει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Απολαμβάνω την στοχευμένη και συστηματική ανάγνωση βιβλίων που με τροφοδοτούν με στοιχεία ή ερεθίσματα γι’ αυτό που γράφω κάθε φορά. Διαβάζω, λοιπόν, μεγάλο αριθμό σελίδων κάθε μέρα. Έτσι, τώρα ολοκληρώνω την ανάγνωση των δύο τελευταίων βιβλίων, από 28 μικρά και μεγάλα, που ξεκίνησα να διαβάζω εδώ και δύο χρόνια. Αφορούν στη Θεσσαλονίκη και τους Έλληνες Εβραίους συμπατριώτες μου, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από την πόλη και αφανίστηκαν στα κρεματόρια και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τι γράφετε τώρα;
Το ανέφερα νομίζω ήδη, έμμεσα. Ένα μυθιστόρημα που αφορά στην πατρίδα μου τη Θεσσαλονίκη και τους συμπατριώτες μου, κατά την κατοχή και μεταπολεμικά. Στην πιο δύσκολη, τουλάχιστον ηθικά, περίοδο του προηγούμενου αιώνα για την πόλη. Θέλω να ελπίζω πως το γράφω με έναν τρόπο που θα βγάλει ενδιαφέροντα πράγματα στην επιφάνεια τόσο από πλευράς λογοτεχνικής τεχνικής όσο και επώδυνα πραγματολογικά και ιστορικά στοιχεία. Πράγματα, που κατά τη γνώμη μου όσο τα αποκαλύπτουμε τόσο και αυξάνουν οι ελπίδες να γίνουμε καλύτεροι. Όλα αυτά όμως, δεν έχουν χαρακτήρα ιστορικής εργασίας, καταγγελτισμού ή στο να ξαναγραφεί η ιστορία. Αν και εξαντλώ κάθε στοιχείο από πλευρά ιστορικής και πραγματολογικής αξιοπιστίας. Τα πάντα, για μένα καταξιώνονται κυρίως όταν στηθούν αξιόπιστοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες και καταστάσεις, και η ποίηση του πεζογραφικού κειμένου ξεπεράσει τα γεγονότα ανανοηματοδοτώντας τα. Το ψεύδος της γραφής πρώτα είναι η κακή λογοτεχνία και αμέσως μετά το ιστορικό ψεύδος.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το μυθιστόρημα, Καζαμπλάνκα Καφέ, είναι το τελευταίο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε από της εκδόσεις Άγκυρα, τις τελευταίες ημέρες του 2008. Μέσα σε λίγους μήνες, που ήδη εξαντλείται η πρώτη έκδοσή του, έχει συγκεντρώσει περισσότερες από δέκα εκτεταμένες κριτικές που σχεδόν όλες υπάρχουν στο διαδίκτυο, ενώ γράφονται συνεχώς κι άλλες και ετοιμάζεται σχετικό αφιέρωμα σε γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό. Το βιβλίο αυτό, που έπαιξε τον ρόλο του στο να μου απονεμηθεί εφέτος, 2009, το Βραβείο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, παρουσιάστηκε σε τέσσερις εκδηλώσεις με διαφορετικούς ομιλητές σε Αθήνα, Χολαργό, Θεσσαλονίκη και σε λίγες μέρες, σε μία πέμπτη, στην Πάτρα. Στην Θεσσαλονίκη παρουσιάστηκε δύο φορές, και η μία έγινε στις 30.5.09, στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, σε εκδήλωση στην αίθουσα Γιάννη Ρίτσου.

Η κινητικότητα και η αποδοχή που συνάντησε αυτό το βιβλίο μου έχει για μένα ιδιαίτερη σημασία γιατί δεν έχω κάνει την παραμικρή παραχώρηση από πλευράς ποιότητας πεζού λόγου. Τέλος, θέλω να αναφέρω πως η υπόθεση του μυθιστορήματος δεν έχει χαρακτήρα κάποιας ιστορικής εντοπιότητας αλλά κινείται σε έναν διεθνή χώρο, από την Μεσόγειο στη Νέα Ζηλανδία, μέσω Ινδίας, Σουμάτρας κ.λπ. Αυτή, η σε πρώτο επίπεδο ερωτική ιστορία που κινείται ανάμεσα στη σύγκρουση του έρωτα και του θανάτου, είναι εμπλουτισμένη με χαρακτήρες και πρόσωπα πολλών εθνικοτήτων που με τη σειρά του δημιουργούν μια ποικιλία δραματικών καταστάσεων με απρόβλεπτο τέλος. Θεωρώ περιττό να αναφέρω ξανά πως η γλώσσα και η λογοτεχνικότητα είναι, για μένα, οι δύο ουσιαστικές πρωταγωνίστριες του βιβλίου μου.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

28
Ιουν
09

Λογοτεχνείο, αρ. 25

 

Αγκουστίν Γκομέζ Άρκος, Το τυφλοπούλι, εκδ. Οδυσσέας, 1991, μτφ. Πόλυ Μηλιώρη, σ. 59 -60 (Agustin Gomez Arcos, L’ aveuglon, 1990)

Το τράνταγμα του λεωφορείου βάραινε τα βλέφαρα. Ο Μαρουέκος λαγοκοιμόταν. Έτσι, θολά, συλλογιζόταν τις αμέτρητες ερωτήσεις που έπρεπε να κάνει στο συγγενή του, τους διάφορους ανθρώπους που έπρεπε να συναντήσει, ώσπου να έρθει η μέρα που θα μπορεί να ξεκλειδώσει το νόημα των λέξεων και να συνθέσει όλες εκείνες τις εικόνες που οι τυφλές του κόρες του αρνούνταν. Είναι τόσο δύσκολο να φανταστείς τον κόσμο, όταν δε βλέπεις! Πώς να βρεις την έννοια αυτών των μυστηρίων – ανδρικό φύλο, ανοιχτές γυναικείες σάρκες, διακεκομμένο φως του φάρου, ορδές της κόλασης ­– στην αντανάκλαση, που στέλνει η αυγή μέσα από τον πυκνό σου καταρράκτη, στο νυχτερινό σκοτάδι που ’ναι βαθύτερο κι από την ίδια σου την τύφλα; Σκεφτόταν αδιάκοπα. Ή μήπως και ονειρευόταν; Πώς να ξέρει, πότε η σκέψη γίνεται όνειρο και πότε τ’ όνειρο γίνεται σκέψη;
Μια γυναίκα με τατουάζ στα χέρια του έβαλε ένα μπογαλάκι κάτω απ’ το κεφάλι του, να μην πιαστεί απ’ τα τραντάγματα. Μερικών ανθρώπων οι κινήσεις μιλούν γι’ αγάπη.

Στην Ελένη Γκίκα

26
Ιουν
09

Μπρούνο Αρπάια, Ο άγγελος της ιστορίας

 

Ο Μπρούνο Αρπάια (Οταβιάνο, Νάπολη, 1957) εκτός από συγγραφέας, είναι δημοσιογράφος, σύμβουλος εκδόσεων και μεταφραστής ισπανόφωνης λογοτεχνίας. To θέμα του Αγγέλου της ιστορίας είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο: πρόκειται για την ένταξη δυο διαφορετικών προσωπικών ιστοριών κάτω από το ίδιο μυθιστορηματικό σύμπαν. Η πρώτη αφορά τα τελευταία και πιο δύσκολα χρόνια της ζωής του Βάλτερ Μπένγιαμιν, αυτού του κορυφαίου Εβραίου Γερμανού διανοητή του εικοστού αιώνα, ενώ η δεύτερη μια εξίσου σκληρή περίοδο στη ζωή ενός απλού πολεμιστή του ισπανικού εμφύλιου την ίδια εποχή, του Λαουρεάνο Μαόγιο.

Ο Αρπάια χρησιμοποιεί το γνωστό εύρημα των δύο παράλληλων αφηγήσεων που εναλλάσσονται συνήθως ανά κεφάλαιο και έχουν διαφορετικό αφηγητή: η ζωή του Μπένγιαμιν εξιστορείται σε τρίτο πρόσωπο, με όλα τα στοιχεία μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας, ενώ εκείνη του Λαουρεάνο ενδύεται τη μορφή μιας πιο άμεσης και προφορικής διήγησης του ιδίου σε κάποιο πρόσωπο που τον επισκέπτεται στο Μεξικό, όπου πλέον ζει εξόριστος. Αμφότερες οι ιστορίες εντάσσονται στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο και στις συγκλονιστικές συγκυρίες μιας ταραγμένης εποχής και περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία μιας τοιχογραφίας εκείνης της περιόδου, (από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέχρι τον μικρόκοσμο των δυο αυτών προσώπων).

Εδώ έχουμε λοιπόν το πρώτο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος: την παράλληλη μυθοπλαστική διαπραγμάτευση της δραματικής πορείας αυτών των δύο τόσο διαφορετικών προσωπικοτήτων, το ένα από τα οποία αποτελεί μια εμβληματική μορφή των γραμμάτων και όχι μόνο, πορείας που στην ουσία ήταν μια κοινή διαδρομή με διαφορετική αφετηρία, μορφή εξορίας και κατάληξη σε τερματικό σταθμό που τους οδήγησε η ίδια η Ιστορία.

Από την μία ο Μπένγιαμιν: Στα επτά χρόνια της αυτοεξορίας του μεταξύ Παρισιού, Ίμπιζας, Σαν Ρέμο και Σβένμποργκ, έχοντας αφήσει την αγαπημένη του βιβλιοθήκη στη Γερμανία, καλείται σε πρώτη φάση να αντιμετωπίσει «τις εφόδους των συνηθειών και της νοσταλγίας, την αίσθηση του αποκλεισμού και την καταδίκη σε ατέλειωτη αναμονή», καλείται στην ουσία να αλλάξει την ίδια του την ταυτότητα και να δημιουργήσει μια άλλη που θα του σώσει την ζωή. Το μοναδικό μέρος όπου ο αισθάνεται ασφαλής, σαν να βρίσκεται στο σπίτι του, είναι η θέση του στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, δουλεύοντας πάνω στο βιβλίο του, η ολοκλήρωση του οποίου, όπως έγραψε στον Αντόρνο, ήταν ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον πόλεμο.

Ακολουθεί τη ζωή χωλαίνοντας, αντιμετωπίζοντας καθημερινά προβλήματα υγείας και ανέχειας και αισθάνεται ένα βαρύ φορτίο κούρασης από τα τεχνάσματα που έχει επινοήσει για να μπορεί να επιβιώνει. Λες και οι «συγκυρίες» της ύπαρξής του όρμησαν συλλήβδην και τον ρήμαξαν, λες και οι αστερισμοί που την συγκρατούσαν, τοποθετήθηκαν με απόλυτη συμμετρία κατά μήκος μιας δυσοίωνης διάταξης.(σ. 29) Αδυνατεί να συνυπάρξει με τους ανθρώπους του κύκλου του (Χάνα Άρεντ, Άρθουρ Καίστλερ, Πιέρ Κλοσόφσκι, Ζωρζ Μπατάιγ και πολλοί άλλοι) σε σημείο να απορεί ο Αντόρνο πώς είναι δυνατό «να αποκηρύσσει τον αποχωρισμό και παρ’ όλα αυτά να μένει απόμακρος και αποκομμένος». Πιθανώς επειδή αυτό είναι ένα ακόμα από τα πλήγματα της εξορίας: γιατί αναγκάζει τον καθένα να ακολουθήσει τα μονοπάτια της προσωπικής του διασποράς, συντρίβει κάθε απόπειρα συλλογικής δράσης. (σ. 40)

Από την άλλη πλευρά ο Λαουρεάνο: Συμμετέχει στον ισπανικό εμφύλιο από την πλευρά των Δημοκρατών επειδή πιστεύει πως το να μη συμμετέχεις ενεργά στα γεγονότα, είναι η καταδίκη των δειλών και των μετρίων. Ερωτοτροπεί και αργότερα ερωτεύεται όχι μόνο για να ξεγελάσει τον θάνατο, όπως συνέβαινε σε παρόμοιες περιστάσεις, αλλά και ως στάση ζωής ενός ενθουσιώδους νέου που επιθυμεί να βιώσει όλες τις πλευρές της νεότητάς. Έτσι αυτοί οι δυο αντιστικτικά διαφορετικοί χαρακτήρες είναι θύματα της ίδιας ιστορικής συγκυρίας. Αμφότεροι θεωρούνται μολυσματικοί και ανεπιθύμητοι στη χώρα όπου βρίσκονται και προσπαθούν να σταθούν όρθιοι απέναντι στη αίσθηση του αργού θανάτου, όπως παρομοιάζουν την κατάστασή τους, μια κατάσταση πραγματικού και ψυχολογικού τράνζιτο, για να θυμηθούμε και το φερώνυμο μυθιστόρημα της Άννα Ζέγκερς. Κάθε άλλη ομοιότητα μεταξύ τους σταματά εδώ.
Ο Αρπάια κατορθώνει να οργανώσει άψογα το ετερόκλητο και ατίθασο αυτό υλικό. Το κατανέμει σε σχετικά σύντομα κεφάλαια μελετημένης κλιμάκωσης των εσωτερικών συναισθημάτων αλλά και της εξωτερικής δράσης. Εμποτίζει τις ρεαλιστικές του περιγραφές με στοιχεία βιογραφίας, ιστορικού χρονικού αλλά και λογοτεχνικότητας, συνδυάζοντας βεβαίως αληθινά και μυθοπλαστικά γεγονότα.

Ήδη από την αρχή της αφήγησης αντιλαμβανόμαστε πως αυτοί οι τόσο διαφορετικοί, αλλά αρχετυπικοί χαρακτήρες θα συναντηθούν. Πριν όμως από την μοιραία και προοικονομηθείσα διασταύρωση των κόσμων που αντιπροσωπεύουν, έχουν αμφότεροι αισθανθεί πως η ιστορία τους έσπρωχνε μπροστά, σαν την ατμομηχανή που οδηγεί το τρένο. Και οι δύο ένιωθαν «τον χρόνο να τους αφαιρεί μέρες από την τσέπη», σαν κλέφτης και αναρωτιούνταν: πώς και πότε αντιλαμβάνεται κανείς πως είναι η ώρα να φύγει; Ο Μπένγιαμιν επί πολλούς μήνες τηρεί στάση αναμονής, αφήνοντας τον «άγγελο της ιστορίας» να ορίσει τα βήματά του – ίσως γι’ αυτό είχε πάντα μαζί του έναν και μοναδικό πίνακα που κατάφερε να διασώσει, τον Angelus Novus του Κλέε, το μυστικό του έμβλημα. 

Αν ο Μπένγιαμιν αντιπροσωπεύει το πνεύμα και τον λόγο, ο Λαουρεάνο προτάσσει την αποφασιστικότητα και την πράξη. Ποια είναι άραγε η απάντηση ανάμεσα στο δίλημμα (απόλυτη) σκέψη ή (απόλυτη) δράση; Κατά μια ιδιόμορφη σύμπτωση που συμβαίνει μόνο στον θαυμαστό κόσμο της λογοτεχνίας ο ίδιος ο Μπένγιαμιν στον Μονόδρομο, έγραφε: Αποτελεσματική λογοτεχνική έκφραση προκύπτει μόνο από την αυστηρή εναλλαγή πράξης και γραφής. Μένει να αναρωτηθούμε εμείς αν το ίδιο ισχύει και για τη ζωή.

Συντεταγμένες: εκδ. Ίνδικτος 2008, μτφ. Χρύσα Κακατσάκη, σελ. 377. (Bruno Arpaia, L’ angelo della storia, 2001).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 18, καλοκαίρι 2009. Στις φωτογραφίες: ο βιογραφούμενος, ο πίνακας του Κλέε και ο βιογράφος.

 

24
Ιουν
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 7. Χρήστος Χρυσόπουλος

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Όσο περνάει ο καιρός όλο και περισσότερο δυσκολεύομαι να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση με αμεσότητα και δίχως παρενθέσεις. Παίρνω αφορμή από το γεγονός ότι ετούτες τις μέρες αποφάσισα να «καθαρίσω» τη βιβλιοθήκη μου (προσπαθώντας να πλησιάσω εκείνον τον ανέφικτο στόχο, να ζήσω με τα ελάχιστα απαραίτητα βιβλία). Διαπίστωσα, λοιπόν, ότι υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που αρνήθηκα να τους «εκκαθαρίσω» μολονότι δεν τους χρειάζομαι πια. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια λίστα «αγαπημένων»: εκείνοι που κάποτε σε βοήθησαν, και τώρα πλέον εσύ τους επιστρέφεις τη φιλοφρόνηση συνεχίζοντας να τους φιλοξενείς: Χαρμς, Πλατόνοφ, Μπόρχες, Γκίλμπερτ Σορρεντίνο, Γιώργος Ιωάννου, Ε. Ροΐδης, Δ. Δημητριάδης, Δ. Χατζής, Ν. Καχτίστης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Γ. Μπεράτης, Χ. Μέλβιλ, Μπάμπελ, Μπατάιγ, Χράμπαλ, Καπότε, Λόντον, Στήβενσον, Μπρόντσκι, Γ. Στήβενς, Κάμμινγκς, Λ. Κάρολ, Καλβίνο, Κενώ, Περέκ… και πολλοί ακόμα. Πρόσφατα και η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.
Εδώ υπάρχει πιο σαφής απάντηση
1. «Tractatus logicophilosophicus», Λούντβιχ Βιντγκενστάιν
2. «Μυθοπλασίες», Χόρχε Λουίς Μπόρχες
3. «Η ανατομία της μελαγχολίας», Ρόμπερτ Μπέρτον
4. «Kotlovan», Αντρέι Πλατόνοβ
5. «Πάπισσα Ιωάννα», Εμμανουήλ Ροΐδης
6. «How to do things with words», Τζ. Όστιν
7. «Από το στόμα της παλιάς Remington», Γιάννης Πάνου
8. «Incidences», Ντανιίλ Χάρμς
9. «Εξομολογήσεις ενός οπιοφάγου», Τόμας ντε Κουίνσι
10. «Studies in the way of words», Paul Grice

Αγαπημένο σας διήγημα.
«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς», Χ. Μέλβιλ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Στην πραγματικότητα, αντιτίθεμαι στην ίδια την προϋπόθεση της «επιβίωσης» του λογοτεχνικού χαρακτήρα. Κι αυτό, γιατί αντιλαμβάνομαι τη γραφή του μυθιστορήματος ως μια βίαιη και μεθοδευμένη πράξη απώθησης. Αυτό που πρεσβεύω, στα όρια του αυστηρώς προσωπικού, είναι ότι οι ήρωες του βιβλίου οικοδομούνται ακριβώς με την επιδίωξη και την ελπίδα ότι θα εξοριστούν οριστικά στις λέξεις του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας έχει αυτόν τον σκοπό: να ξεμπερδεύει μια και καλή μαζί τους, και όχι -όπως λέγεται- να τους «καταστήσει αθάνατους».

plasy14_bΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ναι. Η πιο ελκυστική ανάμνηση: οι δύο μήνες ολοκλήρωσης του «Μανικουρίστα», στο Σιστεριανό μοναστήρι Klaster Plasy στο Plasy της Τσεχίας [φωτ.]. Πρόκειται για ένα μπαρόκ αριστούργημα του αρχιτέκτονα Giovanni Battista Santini. Χαμένο στο δάσος. Επειδή το έδαφος είναι ελώδες, έχει χτιστεί πάνω σε τεράστιους πασσάλους μπηγμένους στη λάσπη. Η κεντρική ελικοειδής κλίμακα του κτίσματος ανοίγεται στη βάση της σε μια εσωτερική λίμνη στάσιμου σκουροπράσινου νερού. Όταν έχει ησυχία ακούς ένα διαρκές μουρμουρητό του βάλτου μέσα στους διαδρόμους και τις αίθουσες. Η υγρασία είναι απίστευτη.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Δεν μπορώ να αποκριθώ σε αυτή τη διατύπωση. Η ίδια η διερώτηση, χρειάστηκε ένα ολόκληρο βιβλίο («Το γλωσσικό κουτί») για να γίνει αντιληπτή. Έχεις διαβάσει τον Auden; «Είναι εύκολο να κάνεις ερωτήσεις που είναι αδύνατον να απαντηθούν». Γνωρίζω με ακρίβεια μόνο τις συνθήκες – όχι την εκάστοτε εκπλήρωση της μέθοδου: Η ησυχία, να μην υπάρχει γύρω σου τίποτα ενοχλητικό. Να μη σκέφτεσαι τίποτα. Να μην αισθάνεσαι το σώμα σου. Αυτά είναι τα απαραίτητα. Όταν αρχίζουμε να μαθαίνουμε μια δεξιότητα (και η συγγραφή είναι ακριβώς μια δεξιότητα), η εκτέλεση είναι επιφορτισμένη με ένα αντιφατικό φορτίο που έχει ταυτόχρονα μεγάλο μερίδιο αμφιβολίας και ελέγχου. Για να χρησιμοποιήσουμε μια ενοχλητική αναλογία: ο αρχάριος συγγραφέας είναι σαν τον άπειρο μάγειρα που προσπαθεί να ακολουθήσει μια περίπλοκη συνταγή. Διαβάζει κάθε γραμμή ως εντολή. Μόνο που στην περίπτωση της λογοτεχνίας δεν υπάρχει καν ρητή συνταγή για την εκμάθηση της συγγραφής και ο αρχάριος συγγραφέας πρέπει σιγά σιγά να την εφεύρει. Δηλαδή πρέπει να ανακαλύψει με δοκιμές τι ακριβώς πρέπει να κάνει. Πρόκειται για μια μαθητεία στη γραφή. Από εδώ και πέρα, και για όσους επιμείνουν αρκετά και αντέχουν να γυρίσουν την πλάτη στη γοητεία της επιβράβευσης, ο συγγραφέας επιστρέφει σε αυτό που κάνει όταν γράφει, για να κοιτάξει πλέον τον εαυτό του ως «κάτι που βλέπεται» και όχι ως «αυτό που βλέπει». Έτσι χάνεται η «αθωότητα». Η λογοτεχνία δεν έχει πια την υπόσταση υποκειμένου αλλά αναγνωρίζεται ως τεχνούργημα.

 Σχετικά με το προηγούμενο βιβλίο σας.
«Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», Καστανιώτης, 2008. Κεντρικό πρόσωπο στο βιβλίο είναι η Αμερικανίδα ποιήτρια Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον. Ο χρόνος είναι συμβατικά μια μέρα του Απριλίου του 1929, και τόπος το Χάμερσμιθ του Λονδίνου, όπου η Τζάκσον επιχείρησε να βάλει τέλος στη ζωή της από κοινού με τον εραστή της, τον Άγγλο ποιητή Ρόμπερτ Γκρέηβς. Εντούτοις, το ουσιαστικό θέμα του μυθιστορήματος είναι η ίδια η ποίηση, η ταυτότητα του συγγραφέα, η επιδίωξη και η φιλοδοξία που γεννούνται από τη γραφή. Συνδυάζοντας ποικίλους τρόπους γραφής (μυθοπλασία, ποίηση, δοκίμιο, βιογραφία, ημερολόγιο, φωτογραφίες, σημειώσεις, κ.ά.), το βιβλίο παρουσιάζει μια μεταμοντέρνα, θραυσματική ερμηνεία για την ιδιότητα του δημιουργού και τη διαπλοκή της τέχνης με τη ζωή.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς» του Χ. Μέλβιλ, για το credo που επαναλαμβάνει διαρκώς και σε κάθε περίσταση: «I’d rather not».

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Επιλέγω τα τρία τελευταία επειδή ορίζουν μια διαδοχή. Δεν μιλώ για τριλογία, αλλά μάλλον για μια γενεαλογία που ολοκληρώνει έναν προβληματισμό.

Η ΛΟΝΔΡΕΖΙΚΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ ΤΖΑΚΣΟΝ, Καστανιώτης 2008
Την ημέρα του θανάτου της ποιήτριας Λώρας Τζάκσον, το 1991, οι Times του Λονδίνου δημοσίευσαν την ακόλουθη νεκρολογία: «Η Λώρα Ράιντινγκ Τζάκσον ήταν μια τραγική φιγούρα και από τις πιο προικισμένες γυναίκες αυτού του αιώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λογοτεχνική κριτική και η Iστορία θα πρέπει να αναμετρηθούν με το μοναδικό της επίτευγμα». Η ζωή της Λώρας Τζάκσον ήταν μια σειρά από ρήξεις που κομμάτιασαν βάναυσα τη βιογραφία της με απανωτές μαχαιριές. Έφυγε από τη Νέα Υόρκη για να ζήσει στην Ευρώπη· δημιούργησε έναν μακροχρόνιο, παράνομο, ερωτικό δεσμό με τον ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς· η σχέση τους τερματίστηκε απότομα, με μια διπλή απόπειρα αυτοκτονίας, κάποια λονδρέζικη μέρα του 1929. Tο 1940 ήρθε η επόμενη μαχαιριά, όταν η ποιήτρια απαρνήθηκε την τέχνη της, συντάσσοντας την πιο διάσημη αποκήρυξη στην Iστορία της ποίησης. Ύστερα αποσύρθηκε στη σιωπή, βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα ράντσο στη Φλόριντα, και αφιέρωσε τα επόμενα τριάντα χρόνια της ζωής της σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση. Η Λώρα ζούσε κάθε στιγμή με μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της. Λες και φοβόταν να αντικρίσει το οριστικό πρόσωπο της ύπαρξής της. Κάθε στιγμή η Λώρα Τζάκσον γινόταν μια «άλλη» Λώρα. Αυτή είναι μία από τις ιστορίες της. Ή ίσως η ιστορία της πιο βαθιάς μαχαιριάς.

 ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΚΟΥΤΙ, Καστανιώτης 2006
Το Γλωσσικό κουτί προσκαλεί σε μια συνάντηση για να συζητήσουμε τα προβλήματα της γραφής. Είναι, με άλλα λόγια, ένας «κοινός τόπος», ένα σχήμα σύμφωνα με το οποίο τοποθετούνται τα επί μέρους ερωτήματα υ αφορούν στο λογοτεχνικό έργο, στον συγγραφέα και στην εργασία του.
Μέσα στο Γλωσσικό κουτί υπάρχει ένα πολυσθενές δοκίμιο που ισορροπεί ανάμεσα στην κριτική και στη συγγραφική θεωρία, χωρίς να συντάσσεται πλήρως με καμία πλευρά. Δεν προσεγγίζει τα λογοτεχνικά κείμενα «από έξω», ούτε όμως μυθολογεί τη γραφή αποκαλύπτοντας μια εσωτερική μυστικιστική διεργασία. Το Γλωσσικό κουτί είναι μόνο ένα λεπτό εργαλείο για να επισκοπήσουμε τη δημιουργία. Ένας πρόθυμος συνομιλητής για όσους ψάχνουν κάποιον δρόμο στην αχαρτογράφητη επικράτεια της γραφής.

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, Καστανιώτης 2005
Tο Φανταστικό μουσείο είναι ο κήπος της μνήμης. Ο κήπος της οικείωσης και της γραφής. Μέσα εκεί εκτυλίσσονται οι ζωές των συγγραφέων. Στο Φανταστικό μουσείο εισέρχονται όσοι επιλέγουν στη ζωή τους το τέχνασμα της λογοτεχνίας και πλέον δεν επιζητούν την αλήθεια, ούτε καν την αληθοφάνεια, αλλά την εκπλήρωση μιας πρόφασης που θα τους επιτρέψει να συνεχίσουν να δημιουργούν. Στο Φανταστικό μουσείο υπάρχει ένα και μοναδικό έκθεμα: κάποιος συγγραφέας. Ένα ομιχλώδες πρόσωπο που όμως εξακολουθεί να ζει χιλιάδες εκδοχές της ίδιας ζωής. Εμπειρίκος, Μπόρχες, Χαρμς, Ροΐδης, Έσσε, Περέκ, Μπεράτης, Σουλτς, Πεσόα, Τσβετάγιεβα. Το Φανταστικό μουσείο είναι μια παραδειγματική συλλογή, παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα. Ένα πλάγιο κοίταγμα στη στάση του ανθρώπου εκείνου που πασχίζει να διασώσει τον λόγο. Αν και γνωρίζει πως μια αμείλικτη δεισιδαιμονία επιμένει ότι στο τέλος όλα χάνονται.

saint-john-coltrane-the-sound-baptist-mark-dukesΕπιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Γράφω και διαβάζω δίχως μουσική. Αυτό τον καιρό ακούω: Bill Evans (Conversations With Myself), Alfred Schnittke (Psalms of Repentance), Jon Leifs (String Quartets). Ακούω διαρκώς: John Coltrane (Blue train).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; Richard Jackson, Acts of Mind: Conversations with Contemporary Poets, University of Alabama Press, 1983. 
Τι γράφετε τώρα;
Μόνο σημειώσεις για κάτι μελλοντικό.
Έχετε γράψει κείμενα για την λογοτεχνία και την γραφή γενικότερα. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της ποιο θα επιλέγατε;
Κατά κάποιο τρόπο το έκανα ήδη με την Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον στην «Λονδρέζικη μέρα», αλλά με έναν τρόπο ίσως πιο περίπλοκο από μια άμεση βιογραφία/μελέτη.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Ναι, στην έξοδο του βιβλίου:

6.1.
Ο μεγαλύτερος φόβος της Λώρας (Ράιντινγκ) Τζάκσον ήταν η διάψευση της φιλοδοξίας να διατυπώσει κάτι «αληθινό» με την τέχνη της. Την τρομοκρατούσε το ενδεχόμενο ότι αυτή η επιθυμία, που με τόση ένταση και πείσμα όρισε τη ζωή της ως το τέλος, τελικά θα αποδεικνυόταν μια χίμαιρα. Ακόμα και προτού απαρνηθεί την ποίηση, διαισθανόταν ότι αποτύγχανε σε κάτι βαθύτερο από τη λογοτεχνία: δεν θα κατάφερνε ποτέ να ελέγξει την πλοκή της ίδιας της βιογραφίας της.

Το μεσημέρι της 2ας Σεπτεμβρίου 1991 η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στο νοσοκομείο Humana της πόλης Σεμπαστιέν, στη Φλόριντα. Η τέφρα της μεταφέρθηκε στο Γουαμπάσο και η εξόδιος ακολουθία εψάλη στο ράντσο όπου έζησε από το 1941. Ο τάφος της σκάφτηκε στην έρημο, δίπλα στις γραμμές του τρένου. Εκείνη τη Δευτέρα το βιβλίο συλλυπητηρίων έκλεισε με τριάντα υπογραφές φίλων και γειτόνων.
λώραΠάνω από τον τάφο και κάτω από έναν αβάσταχτο ήλιο, μέσα σε λίγες στιγμές που αψήφησαν τον χρόνο και την αιωνιότητα, διαβάστηκε η τελευταία στροφή ενός πρωτόλειου ποιήματος της Λώρας (Ράιντινγκ) Τζάκσον.
Αυτήν τη φορά σημείωνε τον θάνατο της ποιήτριας.

«Μετρήστε με με τον εαυτό μου
Και όχι με τον χρόνο, με την αγάπη
Ή την ομορφιά. Δώστε μου ετούτη την τελευταία χάρη:
Να μπορώ να είμαι στη χαμηλή επιτύμβια πλάκα μου
Μόνη εγώ, ενέχυρο του εαυτού μου.
Ν’ αποδείξω ότι δεν υπήρξα απολύτως τίποτα».[1]

[…] 

 6.2.
Εδώ αποφασίζω να σταματήσω. Γράφω τη λέξη «Τέλος» κι αυτό σημαίνει ότι επιλέγω να απομακρυνθώ. Όχι ότι έχω τελειώσει…
[«Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», σελίδα 201-2 και 205]

Ταξιδεύετε ανά τον κόσμο, γνωρίζοντας συγγραφείς και μοιραζόμενος σε κοινές συνθήκες συμβίωσης και γραφής. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία;

Να ταξιδεύεις, να γνωρίζεις καινούρια πρόσωπα και πράγματα, να διατηρείς έναν αντισυμβατικό τρόπο ζωής, να εκτίθεσαι στην ανοίκεια άποψη – να τι προσφέρουν τα ταξίδια σε έναν συγγραφέα.

[1] Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον, Dimensions, πρώτη εκδοχή, 1918.

Δημοσίευση και εδώ. Οι φωτογραφίες 2 και 4 επιλέχθηκαν από τον συγγραφέα και σε άμεση συνάρτηση με τα παραπλεύρως λεγόμενα. Η 3η εκλάπη από την ιστοσελίδα του.

 



 

Ιουλίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιουν    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 30,443 hits

E-mail: Lambrossss – at – gmail.com

Σελίδες