13
Νοε
09

Colin Wilson – O ξένος (The Outsider). Περιπλανήσεις του αταίριαστου στον κόσμο των δημιουργών

 

Χριστούγεννα του 1954, κι ο Κόλιν Γουίλσον (Λέστερ, 1931) τα περνάει στο παγερό δωμάτιό του στο νότιο Λονδίνο, με εορταστικό δείπνο μια κονσέρβα, ενώ για εξοικονομήσει χρήματα έχει περάσει ήδη το καλοκαίρι του σ’ έναν αδιάβροχο υπνόσακο στο πάρκο Χάμπστεντ. Προσπαθεί να γράψει το μυθιστόρημα Τελετουργία στο σκοτάδι, με θέμα έναν δολοφόνο βασισμένο στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη και κάποια στιγμή αισθάνεται πως βρίσκεται στην ίδια θέση με αγαπημένους του λογοτεχνικούς ήρωες, Ντοστογεφσκικούς, Ριλκεϊκούς, Χαμσουνικούς: εντελώς αποκομμένος από την υπόλοιπη κοινωνία. H ιδέα για ένα βιβλίο πάνω στον Ξένο στην λογοτεχνία μόλις είχε γεννηθεί.

Σύμφωνα με τον Γουίλσον οι πάντες έχουν τις επικίνδυνες, ακατονόμαστες παρορμήσεις να γίνουν Ξένοι, ενώ ο καθωσπρεπισμός, η φιλοσοφία, η θρησκεία απλώς αποπειρώνται να εξωραΐσουν αυτή τη ροπή στο βάρβαρο και το πέρα από κάθε λογική. Ο Ξένος αισθάνεται έτσι επειδή απηχεί μια διαφορετική αλήθεια. Αυτή ακριβώς η ιδιοσυγκρασία του αταίριαστου με το περιβάλλον δεν σταμάτησε ποτέ να τον απασχολεί σε μια σειρά έργων, πρώτο απ’ τα οποία ήταν αυτό εδώ: ο εντοπισμός, η παρουσίαση και η πλήρης εμβάθυνση σε κάθε είδους και μορφής Ξένου σε σημαντικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα: στον Ξένο και τον Μύθο του Σισύφου του Καμύ, στη Ναυτία του Σαρτρ, στον Χ. Τζ. Ουέλλς (Ο νους τα όρια των δυνάμεών του), σε διηγήματα του Χέμινγουεϊ, στο Ημερολόγιο του Νιζίνσκι, στα γραπτά του Τ.Ε. Λώρενς (της Αραβίας), φυσικά στα έργα των Κάφκα, Ντοστογέφσκι, Έσσε αλλά και στους Νίτσε, Έλιοτ, Μπλέικ, Μπαρμπύς, Σω, Βαν Γκογκ, Γκουρτζίεφ κ.ά.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1956 κι ο Γουίλσον στα 24 του γινόταν το πρόσωπο της συζήτησης, μαζί με τον Τζον Όσμπορν που είχε ανεβάσει το Look back in anger (στα ελλ. Οργισμένα Νιάτα), κατατασσόμενος αυτόματα στην κατηγορία των “angry young men”, ευρύτερα δε στην γενιά των Έλβις, Άρθουρ ηττημένηΜίλερ, Φράνσις Μπέικον. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, θα χάσει την καθολική αποδοχή το ίδιο ακαριαία όπως την είχε κερδίσει. Ο ίδιος δήλωσε αργότερα πως εκείνη η ταχύτατη άνοδος και πτώση και η άμεση φυγή του από το Λονδίνο τον έσωσαν από το γνωστό πανηγύρι των πάρτι της ματαιοδοξίας και της αυταρέσκειας του σιναφιού. Ούτως ή άλλως η ιδιόρρυθμη και αμφιλεγόμενη, πλην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λογοτεχνική του – και όχι μόνο – πορεία είχε ήδη αρχίσει.  Ο Γουίλσον έφτιαξε το προσωπικό του φιλοσοφικό σύστημα του «νέου υπαρξισμού» κι εξέδωσε αναρίθμητα άλλα βιβλία, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θέματα μεταφυσικής, επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίων, εξωγήινης ζωής, μαγείας, αλλά και τους τομείς της ψυχολογίας και της εγκληματολογίας.

Δεν θα μπορούσα να δεχτώ τη θανατολατρεία του ρομαντικών ούτε τη στωική ηττοπάθεια του υπαρξισμού.…Δεν με διακρίνει η κατηφής και ηττημένη τάση που διέπει τόσο μεγάλο μέρος της σύγχρονης λογοτεχνίας. Αισθανόμουν ότι δεν είχα καμιά πρόθεση να ηττηθώ ή να εξολοθρευτώ Από την άλλη πλευρά, δεν έτρεφα καμιά απολύτως συμπάθεια για την οκνηρή και πνευματικά δειλή σχολή βρετανών φιλοσόφων …που διαβεβαιώνουν ότι το όλο πρόβλημα δεν έχει νόημα και ότι καλά θα κάνουμε να δεχτούμε τους μίζερους μικροπεριορισμούς μας. Μου φαινόταν επιτακτική ανάγκη να βρεθεί κάποια λύση. Εδώ, η εκ φύσεως αισιοδοξίας μου ήταν πλεονέκτημα. Γιατί όταν διάβαζα τον Σαρτρ, τον Καμύ ή τον Γκρέιαμ Γκρην, ένιωθα να απορρίπτω λόγω ιδιοσυγκρασίας τον πεσιμισμό τους…Είχα την υποψία ότι το πρόβλημα τους άφηνε ηττημένους, επειδή δεν το είχαν αντιμετωπίσει με τη δέουσα επιθετικότητα (σ. 277-278).

Εκδ. Οξύ, 2006, μτφ. Γιάννης Ανδρέου, σελ. 302, με σημειώσεις και ευρετήρια.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
11
Νοε
09

50 ομορφότατα τραγούδια των ’00s [2000-2008]

 

Στην ατέλειωτη σειρά των συλλογικών αφιερωμάτων του mic.gr έχουν ως σήμερα μεταξύ άλλων δημοσιευτεί ατέλειωτες λίστες και κείμενα για τα «καλύτερα»/πιο αγαπημένα soundtracks, ντουέτα, οργανικά (instrumentals), διασκευές, συλλογές, live δίσκους, για θέματα όπως Μουσική και Λογοτεχνία, για μουσικά είδη όπως η Ηλεκτρονική Ποπ. Ακόμη, για τραγούδια σκοτεινά, «θρησκευτικά», της ερωτικής απογοήτευσης, του καλοκαιριού, των Χριστουγέννων, απολύτως προσωπικά ή απολύτως “υγρά” (όπου το Πανδοχείο για λόγους ντροπαλοσύνης και σεμνότητος αρνήθηκε να συμμετάσχει).

Το πιο πρόσφατο αφιέρωμα αφορά τα 50 αγαπημένα (και πιθανώς αντιπροσωπευτικά) τραγούδια της δεκαετίας των 00s, ήτοι 2000-2009. Το Πανδοχείο επέλεξε τραγούδια μόνο της οκταετίας, εφόσον πολλά από τα υπέροχα φετινά χρειάζονται σαφώς περισσότερη δοκιμασία στο χρόνο. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το συνολικό αφιέρωμα εκεί. Ολόκληρη η σειρά των αφιερωμάτων του mic.gr εδώ. Για κάποιες προσωπικές συμμετοχές του Πανδοχέα βλ. πλευρική στήλη, κατηγορία Ηδονών Κατάλογοι.

1.Spiritualized – Do it all over again
2.The Mighty Wah! – Sing all the saddest songs
3. Ed Harcourt – Revolution in the heart
4. Chumbawamba – Pass it along
5. Arcade Fire – Neighborhood # 1 (Tunnels)
6. Jackie Leven – Sexual Jealousy of Jesus Christ
7. Mull Historical Society – Walking Xanadu
8. Cinerama – 10 Denier
9. Alpinestars – Keep it coming
10. M83 – Moonchild

11. Blue States – Across the wire
12. Hidden Cameras – The animals of prey
13. Ute Lemper – Passionate fight
14. Apoptygma Berzerk – Suffer in silence
15. Micah Hinson – Patience
16. Flotation Toy Warning – Donald Pleasance
17. Damon and Naomi with Ghost – The mirror phase
18. Baba Zula – Sipa
19. Matt Elliott – What The Fuck Am I Doing On This Battlefield
20. Heist – Cold War

21. Dan Deacon – Wham City
22. The Open – Two lovers in the rain
23. Sparks – More than a sex machine
24. Czars – Drug
25. Sigur Ros – Glosoli
26. The Black Heart Procession – A sign on the road
27. Richard Hawley – Tonight The Streets Are Ours
28. The Soundtrack of Our Lives – Nevermore
29. Isolation Years – Naked natives
30. Voodoo Child – Light is in your eyes

31. Shack – Cup of tea
32. Handsome Family – I fell
33. Delaware – Butterfly Kiss
34. Bent – King Wisp
35. Spearmint – I didn’t buy you flowers
36. Kirlian Camera – Recorded Memory
37. Their Hearts Were Full Of Spring – As Long As The Sun Shines 38. Laibach – Rossiya
39. Cuban Boys – Inertria Kids
40. I’m from Barcelona – We’re from Barcelona

41. Isihia – Gospodi Vozvah
42. Richard Swift – Lovely night
43. My Morning Jacket – The way that he sings
44. Warzaw Village Band – Chassidic Dance
45. Death In June – Many enemies bring much honour
46. Aspera – Birds fly
47. Clann Zu – From Bethleem to Jenin
48. Ulrich Schnauss – In all the wrong places
49. Ashram – 5 steps…
50. Laurent Garnier – Last tribute from the 20th Century

Spiritualized – Do it all over again (2001) λοιπόν…

Πέρα από ένα κομψότεχνο τραγούδι γρήγορης φολκ ή αργής κάντρι, ή ροκόμορφης ποπ, το Diaoa έχει πολλαπλάσια αξία επειδή προήλθε από τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Που 6 χρόνια πριν είχε βρεθεί στον πάτο της θλίψης, με τον ψυχισμό διασκορπισμένο στο διάστημα, και τώρα ξαναμιλούσε για έρωτες, ήλιους το πρωί, κόσμους που γυρίζουν ξανά, για κάτι που φαίνεται όμορφο και πάλι. Στο βίντεο ο Jason Pierce υπερίπταται του φωτεινού κόσμου αλλά έχει πλέον την πλάτη γυρισμένη στην πτώση και τους εφιάλτες της.

Στις φωτογραφίες: Κόρη από ένα Μελλοντικό Μουσείο. Οι γαλάζιες διαθέσεις του Ed Harcourt αντανακλώνται στο περιβάλλον του. Ο πότης του Matt Elliott έφτασε στην λήθη της μέθης. Ο Richard Hawley είναι σίγουρος πως οι δρόμοι σήμερα είναι δικοί του. Οι Laibach αρνούνται να αφήσουν το Σκληρό τους Θέατρο. O John Grant των Czars αντιμετωπίζει ως πρέπει τα πλήκτρα του πιάνου: με δέος. Ο Jason Pierce των Spiritualized πήγε πολύ κάτω. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε όταν επέστρεψε ήταν αυτό το τσιγάρο. Και ο Richard Swift θυμάται εκείνη την υπέροχη νύχτα.
09
Νοε
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 17. Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Ειλικρινά είναι πάρα πολλοί, σχεδόν όλοι οι κλασσικοί και σχεδόν ολόκληρος ο 19ος αιώνας. Από τους σύγχρονους επίσης μου αρέσουν αρκετοί. Την λογοτεχνία παρά το γεγονός ότι είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση, την αντιμετωπίζω στο σύνολό της.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Και εδώ ισχύει ότι και με τους συγγραφείς!

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θα αναφέρω αυτά του Μπόρχες γιατί τα ανακάλυψα μετά από κόπο και επίπονες προσπάθειες και πέρασα μοναδικά στη διάρκεια της ανάγνωσής τους. Από τους Έλληνες, θ’ ανέφερα άπαντα τα διηγήματα του Βιζυηνού.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η Ναστάζια Φιλίποβνα και σχεδόν όλοι οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι, όπως κι ο Πιέρ, στο Πόλεμος και Ειρήνη, είναι συντριπτικός χαρακτήρας. Ακόμα ο Αίας της Ιλιάδας. Βεβαίως λατρεύω και μια σειρά από δευτερεύοντες λογοτεχνικούς χαρακτήρες.

Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος από τους ήρωές σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Δεν διατηρώ καμιά απολύτως σχέση μαζί τους. Το ότι «υπάρχουν», μου είναι αρκετό. Έτσι κι αλλιώς, δημιουργούνται για να πάρουν το δικό τους δρόμο. Όσο πιο αυτόνομοι, τόσο το καλύτερο – για όλους μας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ελάχιστα και ανεπιτυχώς.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Αν κατάλαβα καλά, γράφοντας στο γραφείο του σπιτιού μου στον υπολογιστή μου (πλέον). Από το δρόμο, «κλέβοντας» από τις συζητήσεις με τους φίλους μου, και διαβάζοντας βιβλία άλλων.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Γενικά δεν ακούω μουσική. Όταν (σπάνια) συμβαίνει αυτό, ακούω συμφωνική και προκλασικούς.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Το πρώτο μου βιβλίο ήταν μια ποιητική συλλογή, με τίτλο Περίπατος Πρώτος. Αν και πρόκειται για ολιγόστιχα ποιήματα, για μένα ήταν το πιο ολοκληρωμένο μάθημα γραφής. Έκτοτε, με κέρδισε ολοκληρωτικά η πεζογραφία, την οποία άσκησα υπό την σκέπη των Εκδόσεων Καστανιώτη.

Μια κοινή περιπέτεια του σώματος: Τρία – τέσσερα επεισόδια αρθρώνονται γύρω από το ένα και μοναδικό φέρετρο του νησιού. Μνήμες της εφηβείας αναπλάθονται με μια σκοτεινά εύθυμη διάθεση στον κυρίαρχο στοχασμό του θανάτου, φωτίζοντας την απόσταση της τρεχούμενης ζωής, όχι τόσο από τα γεγονότα, όσο από το πέρασμα στην ανυπαρξία και την ανάμνηση.

Η συνέχεια είναι πολύ πιο εύθυμη.

Γυναικωνίτης.
Το πρώτο μου μυθιστόρημα. Αρνητικός απέναντι στις ανθρώπινες επαφές, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου καλλιεργεί την αυταπάτη της μοναδικότητάς του μέσα σ’ ένα σπίτι που το έχει μετατρέψει σε ψυχικό καταφύγιο. Αρκεί να βρεθεί για λίγο σε μια συντροφιά για να νιώσει μειωμένος θανάσιμα. Μια τυχαία ματιά είναι ικανή να τον αναστατώσει, μια κουβέντα το κάνει να χάσει την αυτοκυριαρχία του, κάθε μορφή που τον πλησιάζει κρύβει και μια ύπουλη επίθεση. Η ζωή του θα αλλάξει ριζικά, όταν κάποια μέρα, από τύχη ή ατυχία, τα βήματά του τον φέρνου στο μπαρ «17»: Μυρσίνη, Ισιδώρα, Εύα…μέσα στον ανεξάντλητο κόσμο των γυναικών και των ασήμαντων συνοδών τους, ο ήρωας παρακολουθεί την κατάρρευση της ύπαρξής του.

Η μέρα άρχισε με το αλεύρι.
Ένα βιβλίο που μας ξεναγεί στο παρελθόν. Μια οικογένεια που σέρνει την ευλογία και την κατάρα, την καλή και την κακή της συνάμα τύχη: Ολόκληρη η διαδρομή της από τον μύθο ως την πραγματικότητα. Μια πολύ μεγαλύτερη, θα λέγαμε, περίοδος της ανθρωπότητας συνοψισμένη στο διάστημα δυο αιώνων, του 19ου και του 20ου στη βιογράφηση μιας μόνο οικογένειας Ελλήνων από την Ανατολική Τουρκία.

Οι καλύτερες μέρες
Κάθε εποχή διεκδικεί το παρελθόν της, τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως ακριβώς κάθε ανθρώπινη ύπαρξη για να βλαστήσει βυθίζει τις ρίζες της σε προγονικά πεπρωμένα. Είναι θέμα τύχης ή ατυχίας άραγε η δυνατότητα να καθορίσουμε τη μοίρα μας; Κι όταν τόσο πολλά προκαθορίζονται από αλλότριες ζωές και καταστάσεις, για ποια ελευθερία της βούλησης μιλάμε; Η ιστορία αρχίζει λοιπόν αρκετά χρόνια πριν γεννηθεί η ηρωίδα, με πρόσωπα και γεγονότα που θα παίξουν, ερήμην της, το δικό τους παιχνίδι στη ζωή της. Δέσμια μιας κληρονομημένης ιδεολογίας, η Ισμήνη θ’ αγωνιστεί να βρει τη δική της περπατησιά στον κόσμο. Ακολουθώντας τα βήματά της, περιηγούμαστε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, βλέποντας με άλλα μάτια τη διαχείριση ιδεών και οραμάτων που μας στοίχειωσαν.
Οι “καλύτερες μέρες” δεν είναι απλώς μια επαγγελία· είναι μια Βαβέλ χωρίς τέλος, που σε καίριες φάσεις της ιστορίας καταρρέει θορυβωδώς. Έτσι όπως τώρα, με την συνδρομή της ανοιχτής κοινωνίας, που εξαγόρασε σε τιμή ευκαιρίας τις προσδοκίες του μεταπολεμικού κόσμου, αποθηριωμένες εντελώς μετά τη δικτατορία.

Το τελευταίο σκέλος της ερώτησης σας είναι αν ξεχωρίζω κάποιο από τα βιβλία μου. Η απάντηση είναι ναι, αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα …ποιο είναι αυτό!

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Κατά σύμπτωση σήμερα 27 Οκτωβρίου είδα και το εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου μου που θα κυκλοφορήσει στις 3 Δεκεμβρίου 2009. Αν μάλιστα θεωρήσουμε ότι το οπισθόφυλλο είναι ταυτόχρονα το καλωσόρισμα αλλά κι το αποχαιρετιστήριο νεύμα ενός βιβλίου σας, το παρουσιάζω σε ..πρώτη παγκόσμια! Ο τίτλος είναι: ΑΠΟ ΣΤΗΘΟΥΣ. Ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών.

«Η μικρή Λουκρέτσια και ο ζωγράφος Φιλίπο, η Σελίν, μια πόρνη του 19ου αιώνα, ανοικονόμητης ομορφιάς, η Έμιλυ και μια δυναστεία θανάτου, η Μαρία από τον Ισπανικό Εμφύλιο, η Χάννα από το στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα, η Μαίρη Λέιν απ’ το Καντέρμπουρυ, η Άννα Μονς και ο Μέγας Πέτρος, αλλά και τόσοι άλλοι… Όλοι αυτοί είναι πλαστοί ήρωες που εισβάλλουν στην πραγματικότητα; Ή είναι ήρωες πραγματικοί, των οποίων η μοίρα πλαστογραφείται ανενδοίαστα; Πρόκειται για μία «από στήθους» βύθιση στην ιστορία; Άπλωμα στη γεωγραφία; Πολιτική σάτιρα; Ή για άγνωστες βιογραφίες που συναρθρώνονται αδιόρατα σε μία;
Οι ιστορίες του βιβλίου, ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών, μοιάζουν, η καθεμιά λιγότερο ή περισσότερο, ανοιχτά φετιχιστικές. Περιστρέφονται γύρω από το γυναικείο στήθος, γύρω από αυτό το αξεπέραστο σύμβολο ζωής, ευτυχίας, πάθους και έρωτα. Θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει ως ύμνους ή παρωδίες ενός θέματος· μόνο που το πραγματικό θέμα, αισιόδοξο παρ’ όλες τις σκιές του, κρύβεται κάτω από το στήθος, ή και πίσω από αυτό.»

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το δοκίμιο του John Gray Μαύρη Λειτουργία Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οκτώ.

Τι γράφετε τώρα;
Όπως σας είπα, περιμένω την έκδοση του βιβλίου μου. Δεν έχω αποφασίσει για το επόμενο βήμα μου.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας (Εφημερίδα Ποντίκι). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Η εργασία αυτή εκτελείται στα πλαίσια ενός αυστηρού προγραμματισμού. Δε θεωρώ ότι υπάρχει κάποιο προσωπικό μυστικό σ’ αυτό: διαβάζεις και γράφεις. Σκυμμένο κεφάλι χρειάζεται, δηλαδή μελέτη δίχως υπεροψία, και ανοιχτά τα μάτια, να μην σε πάρει …ο ύπνος και σε σηκώσει!
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μου κλέβει χρόνο, πράγμα που είναι μεγάλη αλήθεια, αλλά τόσο βιβλία κάθε εβδομάδα μου στερούν την απόλαυση της προσωπικής και απρόσκοπτης ανάγνωσης. Από την άλλη, είναι μια σοβαρή προπόνηση για να σε κρατά ετοιμοπόλεμο στις δικές σου λογοτεχνικές επιδόσεις. Θεωρώ πολύτιμη άσκηση αυτές τις εβδομαδιαίες, επέτρεψε μου να χαρακτηρίσω, επισκοπήσεις. Ωστόσο, ας σημειώσω ότι θεωρώ ως πληρέστερο «λογοτεχνικό περιβάλλον» την τρέχουσα ζωή.

Δημοσίευση και στο mic.gr.

08
Νοε
09

Λογοτεχνείο, αρ. 39

 

Τζο Κόνελι, Σταυροδρόμια της ψυχής, εκδ. Οδυσσέας, 1999, μτφ. Βασίλης Μανουσάκης, σ. 19 (Joe Connelly, Bringing out the dead, 1998).

Είχα κάνει ανανήψεις σε μεγάλες αίθουσες χορού στη Λεωφόρο Παρκ και σε λέσχες χορού στο βόρειο τμήμα της πόλης. Στην Παρκ είχαν μεγάλα μαύρα χωρίσματα γύρω γύρω για να προστατεύουν τους χορευτές από κάποιο ανεπιθύμητο θέαμα, την ίδια ώρα που η μπάντα τους κρατάει ψηλά το ηθικό με τραγούδια όπως το Put on a Happy Face. Στο βόρειο τμήμα της πόλης, η μουσική ποτέ δε σταματά και τα πόδια των χορευτών στριφογυρίζουν γύρω σου σαν την πομπή ενός καρναβαλιού. Έχω δουλέψει στα πατώματα μερικών από τα πιο καλά εστιατόρια της Ανατολικής Πλευράς, με τη συνοδεία βιολιών, ενώ ο άνδρας στο διπλανό τραπέζι έκοβε το εκλεκτό του κρέας και έχω προσφέρει επίσης τις υπηρεσίες μου κάτω από φρικτές λάμπες φθορίου σε υπόγεια εστιατόρια, όπου οι οδηγοί ταξί παραγγέλνουν, τρώνε και βρίσκονται πίσω στο δρόμο σε δέκα λεπτά. Έχω παρακολουθήσει σόου του Μπρόντγουαιη από την πρώτη σειρά και κουνγκ-φου πορνοταινίες από τα θεωρεία της Τάιμς Σκουέαρ. Κάποτε επανέφερα στη ζωή έναν μπάρμαν πάνω στο μπαρ, ενώ παιζόταν ιρλανδέζικη χορευτική μουσική. Οι θαμώνες μας έκαναν χώρο για να δουλέψουμε, αλλά δε σταμάτησαν να πίνουν.

Στον Γιώργο Αριστηνό

 

06
Νοε
09

Χένρι Μίλερ – Ο τροπικός του καρκίνου

 

Ύστερα από εμάς, κανένα άλλο βιβλίο – για μια γενιά, τουλάχιστον. Ίσαμε τώρα σκάβαμε στο σκοτάδι, δίχως να μας καθοδηγεί τίποτε εξόν από το ένστικτό μας. Τώρα θα έχουμε ένα αγγείο όπου θα χύσουμε το ζωτικό υγρό…Θα βάλουμε πολλά μες στο βιβλίο, αρκετά ώστε να προσφέρουν στους αυριανούς συγγραφείς τις πλοκές τους, τα δράματά τους, τα ποιήματά τους, τους μύθους τους, τις επιστήμες τους.

Για τον Μίλερ [1891-1980] οι λέξεις έχουν σώμα και το σώμα έχει γλώσσα. Το πνεύμα δε μπορεί να υπάρξει χωρίς ένα ολοζώντανο παλλόμενο σώμα, και το σώμα δεν μπορεί να ανοιχτεί σε όλες τους τις διαστάσεις χωρίς ένα ανεπτυγμένο πνεύμα. Αυτό ήταν το στοίχημά του: να συνταιριάξει σωματικές και πνευματικές ηδονές σε μια ξεχειλισμένη ζωή. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγωνιώδες και σκληρό ήταν ένα τέτοιο διηνεκές «αγώνισμα». Όταν συνειδητοποίησε πως είναι αδύνατο να ζήσει έτσι στην Αμερική, που άλλωστε αποστρεφόταν βαθιά, βρέθηκε στο Παρίσι κυνηγώντας ακριβώς τη ζωή που ήταν βέβαιος πως του αξίζει. Και ξεκίνησε αμέσως. Μας κατατρώγει του χρόνου ο καρκίνος. Ο ήρωας, το λοιπόν, δεν είναι ο Χρόνος, μα το Άχρονο.

Περιπλάνηση, έρωτες, σεξ, φίλοι, ακατάπαυστη γραφή. Παράλληλα με τα μεθύσια της καθημερινότητας o Μίλερ γίνεται ένας μέθυσος των λέξεων, ένας λεξομανής (χαρακτηρισμοί που δίνει στον Μόλντορφ, ένα από τα πρόσωπα του Τροπικού). Είναι πολλές οι φορές που μένει νηστικός, αλλά δεν περνάει μέρα χωρίς να γράψει. Όριο τροφής και αναπνοής του οι 30 με 50 σελίδες καθημερινά. Θέλει να γράψει τα πάντα για την αληθινή ζωή, να μην αφήσει τίποτα άγραφο και κρυφό. Ένα μονάχα μ’ ενδιαφέρει ζωτικά τώρα, κι αυτό είναι καταγραφή όλων όσα παραλείπονται στα βιβλία…

Και κάπως έτσι αρχίζει αυτός ο συνεχής ποταμώδης αυτοπρόσωπος μονόλογος, αυτή η καταρρακτώδης παράθεση σκέψεων, φιλοσοφιών, εξομολογήσεων, εικόνων, διηγήσεων. Συνουσιασμοί χωρίς όρια, διονυσιακά γέλια και νιτσεϊκά οράματα, συζητήσεις περί παντός, στοχασμοί για την λογοτεχνία, ταπεινές όψεις της καθημερινότητας και της ανέχειας. Αισιοδοξία στα ύψη και απαισιοδοξία στα βάθη. Η σκέψη στις μέγιστες ταχύτητες, το σώμα στην υπηρεσία κάθε χαράς. Όχι, δεν είναι βιβλίο αυτό. Είναι λίβελος, διαβολή, καταλαλιά…παρατεταμένη προσβολή, κλωτσιά στον κώλο του Ανθρώπου, της Μοίρας, της Αγάπης, του Κάλλους…

Είμαι μια παλλόμενη ευαισθησία, ένας αισθητήρας. Ημερολόγιο χωρίς ημερομηνίες, αυτοβιογραφία χωρίς ωραιοποίηση, μυθιστόρημα χωρίς ψέματα. Κανένας κανόνας συγγραφής δεν περιορίζει τον Μίλερ. Εδώ γίνεται αφηγητής και ήρωας, ξεχνάει την μία ιδιότητα και αφοσιώνεται στην άλλη, τις ανταλλάσσει ή τις ενώνει, τις παίζει συνεχώς. Σ’ αυτή τη γραφή που θα τιμούσαν αργότερα οι μπιτ συγγραφείς, σελίδες ολόκληρες ξεφεύγουν στον σουρεαλισμό, την ονειρογραφία, την φαντασία. Οι κριτικοί έφριξαν, υποστήριξαν πως ο Τροπικός είναι εξω-λογοτεχνικό κείμενο, μια άθλια παραλογοτεχνική αυτοβιογραφία.

Οι άνθρωποι είναι σαν τις ψείρες – χώνονται κάτω απ’ το δέρμα σου και θάβονται εκεί. Εδώ κατατίθενται όλα τα δεδομένα των δυο συμπλεκόμενων περιπετειών του: του έξω και του μέσα κόσμου. Εδώ ακούγεται δυνατά μια ωδή στην πνευματικότητα κι ένας ύμνος στην σωματικότητα. Ο Μίλερ θα ξεκινήσει μια ασίγαστη σεξουαλική ζωή, αναζητώντας ουσίες και νοήματα στα αγκαλιάσματα και τους οργασμούς, επιχειρώντας να φτάσει όσο γίνεται περισσότερο στα βάθη του εγκεφάλου και του ψυχισμού του. Θα εξαπολύσω βέλη καυτά μέσα σου, τις ωοθήκες σου θα πυρώσω…Κι αν φοβάσαι δημόσια να γαμηθείς, θα σε γαμάω κατά μόνας. Στο μυαλό του το σεξ συνδέεται με την δημιουργικότητα, κατεβαίνει ως την συνείδηση (θεωρητικά οι σκέψεις του θα διατυπωθούν ευκρινέστερα στον Κόσμο του Σεξ). Η συνειδητοποίηση της κορυφότητας και συνάμα της τραγικότητας και της γελοιότητας του έρωτα είναι πια δεδομένη. Φυσικά το έργο θα απαγορευτεί ως πορνογραφία στις ΗΠΑ επί τριάντα χρόνια και μόνο το 1961 θα βρει εκδότη, αφού πρώτα ο Μ. υποστεί πρωτοφανείς δικαστικές διώξεις. Φυσικά μαζί με τον άλλο Τροπικό, το Sexus και την Μαύρη Άνοιξη αργότερα δεν θα σταματήσουν να κυκλοφορούν κρυφά με παραπλανητικά εξώφυλλα.

Αν κάποτε ο Μίλερ έγραψε ένα φοβερό δοκίμιο για τον Ρεμπό και το «Μια εποχή στην Κόλαση» εδώ απευθείας επιχειρεί να δει αν μπορεί να ζήσει μια Μια Εποχή στον Παράδεισο. Το Παρίσι του Μεσοπολέμου αποτελεί το ιδανικότερο γήπεδο δοκιμασιών και ηδονών. Το Παρίσι είναι απλώς μια στημένη σκηνή, μια περιστρεφόμενη σκηνή που επιτρέπει στον θεατή να διακρίνει όλες τις φάσεις της σύγκρουσης. Εκεί θα συναγελαστεί με όμοιους και ανόμοιους, πόρνες και καλλιτέχνες, εξόριστους και περιφερόμενους, και χαμένους, πολλούς χαμένους. Όπου κι αν πάω οι άνθρωποι κάνουνε χάλια τη ζωή τους. Ο καθένας ζει μια προσωπική τραγωδία. Αλλά θα μείνει μόνο όσο το ζήσει με τον τρόπο που θέλει, έχοντας γράψει ακόμη την Μαύρη Άνοιξη και τον Τροπικό του Αιγόκερω.

Δεν βαριέσαι, θα πάρω αυτές τις σελίδες και θα του δίνω. Κάποια πράγματα θα συμβαίνουν και αλλού. Πάντα συμβαίνουν πράγματα.

Το έργο επανεκδόθηκε σε μετάφραση και επίμετρο Γιώργου – Ίκαρου Μπαμπασάκη στις εκδόσεις Μεταίχμιο, πρώτα το 2003 και ξανά φέτος με νέο εξώφυλλο, αποτελώντας τη μόνη νόμιμη έκδοση στην Ελλάδα [435 σελ.]. Γνώστης της Μιλερικής γραφής και προσωπικότητας, έχοντας μεταφράσει και τα Μαύρη Άνοιξη, Ήσυχες μέρες στο Κλισί, Τροπικός του Αιγόκερω, Ο κόσμος του σεξ, Κλιματιζόμενος Εφιάλτης, αλλά και το Χένρι και Τζουν της Αναΐς Νιν (όλα στις ίδιες εκδόσεις), ο Γ.Ι.Μ. έζησε την μετάφραση, όπως μας εξομολογήθηκε, «με πολύ καφέ, λίγο ύπνο, άφθονα φιλιά, μέγα πένθος (για κάτι πεθαμένους φίλους)».

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

04
Νοε
09

The Soundtrack of Our Lives – Communion (Yep Roc, 2008)

 

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τότε που 3 μέλη των (τώρα «θρυλικών») Union Carbide Productions έφτιαξαν στο Gothenburg τους Soundtrack of Our Lives. Θα περίμενε κανείς πως ο πέμπτος τους δίσκος [Welcome To The Infant Freebase (1996), Extended Revelation (1998), Behind The Music (2001), Origin Vol 1 (2004) και η συλλογή A Present From The Past (2006) - τα τρία πρώτα στην Telegram, τα δύο επόμενα σε WEA/Warners], πρώτος εδώ και τέσσερα χρόνια, θα είχε τίτλο Origin Vol 2 και θα συνέχιζε από εκεί που είχαν σταματήσει. Και θα έπεφτε μέσα κατά το ήμισυ.

Οι SOOL αφήνουν τον διφορούμενο τίτλο του ανανεωτή σε άλλους μπερδεμένους και επιστρέφουν στην ιστορία του ροκ για να τρέξουν σε μερικά χορταριασμένα μονοπάτια. Τέλη 60ς και αρχές 70ς, μπρος πίσω στις δυο δεκαετίες. Πρώιμοι Who και Traffic, διακριτικότεροι Stones και Floydd, περισσότεροι Big Star και Ντιτρόιτ. Οι Love στο The Fan Who Wasn’t There (κι όχι μόνο για τις τρομπέτες), οι Faces στο Thrill Me, ο Pete Townshend στο Pictures of Youth, ο Τodd Rudgrenn στο …Utopia, οι T.Rex και Ray Davies ινκόγκνιτο εδώ κι εκεί, ο Phil Lynott κι η παρέα του τριγύρω. Όπως βλέπετε δεν υπάρχει χώρος στη μνήμη για πιο πρόσφατες συνδέσεις, άντε να θυμηθούμε τους Beta Band στο Babel On, άντε και τους Super Furry Animals κάπου πιο κει, κι αφήστε τους ίδιους να λένε για … Black Flag.

Για να αναφέρουμε μερικά αστέρια, το Flipside μοιάζει εκ γενετής κλασικό, το Everything Beautiful Must Die διαγράφει μια τροχιά στο διάστημα των Spiritualized προτού καταλήξει στο Βελούδινο Υπόγειο, το Second Life Replay αποτελεί τυπικό ύμνο τους: ξεκινάει σαν μαγική μπαλάντα 60s power pop αφήνεται σε οργανική επανάληψη και ξεσπάει σε κιθαριστικό όργιο. Όσο για την κορυφαία διασκευή του Fly, έτσι θέλω να παίζονται οι διαθήκες του Nick Drake (τι νόημα έχει να ξαναγίνονται μπαλάντες και ποιος διανοείται να ξεπεράσει τις δικές του;): σαν ύμνοι, ροκ φωταψίες, που έρχονται από το άχρονο και μας πάνε μπρος πίσω χωρίς σταματημό. Ας σημειωθεί πως η αρχική εκτέλεση έγινε με παραγωγή John Cale που δεν ικανοποίησε το σχήμα και την άλλαξαν (!).Η δική τους διαθήκη είναι το καταληκτήριο (και Harrison-ικό) The Passover, κάτι για την άλλη πλευρά της «μεταφοράς».

Πιστό σε μια παράδοση διπλών concept albums, το Communion μοιράζει από έναν δίσκο για τη μέρα και τη νύχτα και 24 τραγούδια για τις αντίστοιχες ώρες, περισσότερο όμως φαίνεται πως επικεντρώνεται στους δυο τροπικούς του εγκεφάλου και στην απελευθέρωση του εαυτού εν γένει. Η δε διάρκειά του, όπως σκωπτικά γράφτηκε, είναι μεγαλύτερη από το Quadrophenia ή από ένα ματς της Premiership. Είναι όμως άξιο απορίας πώς ο Ebbot Lundberg και η πενταπρόσωπη παρέα του μ’ όλους αυτούς τους ρόκ ύμνους αλλά και τις συναυλίες με τα μεγαλύτερα ονόματα της αρένας έμειναν έξω απ’ την εμπορική πανήγυρη, εφόσον τα μεγάλα κοινά προτίμησαν ψευτογκαραζιές τύπου Strokes, γκραντζ-ουνίσματα από τους Vines και δεύτερα μπλουζίσματα από White Stripes και Kings of Leon. Τώρα οι αλλοτινοί “critical darlings”, μακριά κι από την μεγάλη εταιρεία, δύσκολα να αναστρέψουν το κλίμα, κρίμα.

Και τι νόημα έχει το γλοιώδες εξώφυλλο (που το Πανδοχείο αρνείται να δημοσιεύσει ως αισθητικά απαράδεκτο!) που όπως λένε οι ίδιοι απέτρεψε ακόμα και φίλους του απ’ την αγορά του δίσκου; Ήθελαν λέει να βάλουν μια ψευτοεικόνα με την οποία μας ταΐζουν: την ιδέα της τέλειας ζωής και απόλυτης ευτυχίας, που επιβάλλει η κυριαρχία των επιχειρήσεων (corporocracy). Όσο για το υδατογράφημα, πρόκειται για σύμβολο που αναφέρεται στο ολιστικό σύμπαν (As above, so below/Macro & Microcosmos) και στις σχετικές ιδέες του Ερμή του Τρισμέγιστου. Μια τέτοια θεωρητική κάλυψη όμως θα μπορούσε να αποδοθεί με πολλούς άλλους τρόπους από αυτόν!

Κάπως έτσι ξανοίγεται εδώ το ιδίωμα των SOOL. Τόσο μέσα στην ροκ ιστορία, τόσο επιλεκτικό στα κλεψίματα, τόσο προσωπικό στο στιλ. Σα να θέλουν να συμπεριλάβουν ταυτόχρονα το πομπώδες και το μεγαλειώδες του είδους και το αποτέλεσμα είναι ένα (στο) maximum Rock’n’ Roll.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

02
Νοε
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 16. Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Όμηρος, William Shakespeare, Hegel, Guy Debord, Vladimir Nabokov, Raymond Chandler, James Ellroy, Charles Bukowski, Jack Kerouac, William S. Burroughs, Νίκος Καρούζος. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Και, πάντα, Borges & Bernhardt.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Ιλιάδα, Άμλετ, Η Φαινομενολογία του Πνεύματος, Η Κοινωνία του Θεάματος, Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός,

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Ένα λάμπει μες στις δεκαετίες (και το ζηλεύω): The Lost Decade, του Francis Scott Fitzgerald.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως: ο Κώστας Μαυρουδής, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (για τον συνδυασμό λεπταισθησίας, νοημοσύνης, επινοητικότητας, ευαισθησίας). Και ποτέ δεν θα λησμονήσω τα όσα οφείλω στον Ηλία Λάγιο και στον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Dean Moriarty από το On the Road του Kerouac.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι. Αλλά δεν κάνει να πω τα μυστικά τους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Συχνότατα. Σε μπαρ και σε καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν βαδίζω, έρχονται οι μνήμες και οι ιδέες. Πασχίζω να μην τις χάσω, ενώ συνάμα χαμογελάω, ξέροντας ότι θα τις χάσω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Πάντοτε ακούω jazz ή/και κλασική, όταν γράφω. Η μουσική είναι η ζωή μου, όλο το εικοσιτετράωρό μου. Miles Davis, John Coltrane, Chet Baker, αλλά και Bob Dylan, Nick Cave, Μάνος Χατζιδάκις.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε] Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;.
Τρία τα αγαπημένα μου, και ας μιλήσω γι’ αυτά μονάχα. Το «Ω!» (σε συνεργασία με τον Πάρι Κούτσικο), ένα βαθιά ελληνικό γουέστερν ποίημα, όπου ο Έρως εκθειάζεται, απολύει την δυστυχία, αποθεώνει την συνωμοτικότητα της Συμμορίας των Δύο (που είναι, κατ’ εμέ, η απόλυτη ερωτική περιπέτεια). Το μυθιστόρημα «Aurevoir», για το σκίρτημα του πρώτου έρωτα, για την Πατησίων, γιατί μπόρεσα να κάνω λέξεις τις μνήμες και πέτυχα να συνθέσω ένα πολυσέλιδο blues.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;.
Είμαι στη γειτονιά του Debord, στο Παρίσι, στα σοκάκια της Αριστερής Όχθης, ανοίγω την θύρα του βιβλίου «Μάης του 68».

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;.
Την «Ιλιάδα» όπως μας την πρόσφερε ο Μαρωνίτης. Και μια πολυσέλιδη βιογραφία του John Cassavetes.

Τι γράφετε τώρα;.
Λιτά ποιήματα. Και μια Πολύτομη Επιστολή στη Γυναίκα Μου.

Ασχολείστε επισταμένα τόσο με την μετάφραση όσο και την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβουν συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνονται με κάποιο τρόπο;.
Όταν καταπιάνεσαι μ’ αυτά τα πράγματα, ένας τρόπος υπάρχει: η πολύωρη, σχεδόν ακόπαστη, δουλειά. Η εργασία. Η προσήλωση. Κι αυτό είναι ήδη «εξαργύρωση».

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.
ΟΚ, καλές, μια χαρά, εντάξει, άσε που βρήκα τον Θέμη Ανδρεάδη ιστολογώντας!

Δημοσίευση και mic.gr.

01
Νοε
09

Λογοτεχνείο, αρ. 38

 

Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη, εκδ. Αστάρτη, 1990, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού, σ. 63 (Tahar Ben Jelloun, Jour de silence à Tanger, 1990).

Μερικές φορές αρκεί μια λέξη, μια χειρονομία, για να τον κάνουν καλό, συγκινητικό, ευτυχισμένο. Κατά βάθος, η κακία του είναι επιφανειακή∙ είναι καμωμένη από λέξεις και καλαμπούρια, και πολύ συχνά οι λέξεις ξεπερνούν τη σκέψη του. Ξέρει πως τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τη θέλησή του. Τον προδίδουν, αλλά δεν παραπονιέται γι’ αυτό. Για εκείνον, δεν είναι παρά λέξεις, και οι άνθρωποι κάνουν λάθος όταν τις δέχονται σαν να ’ναι πέτρες ή βέλη. Ο λόγος τον γοητεύει γιατί του επιτρέπει να κάνει διανοητικές ακροβασίες. Όταν δεν μπορεί να επιδείξει τις γνώσεις του σχετικά με τα μπαχαρικά ή το ραφτικό του ταλέντο, παίζει με τις λέξεις, τις περισσότερες φορές σε βάρος των άλλων. Όταν υπερβάλλει, λέει πως έκανε λάθος στη δόση του μπαχαρικού. Αυτό τον κολακεύει, να’ χει χιούμορ και ειρωνεία. Δεν κάνει τίποτα για να προφυλάξει το εαυτό του από τις άσχημες κρίσεις. Δεν καταλαβαίνει γιατί οι άλλοι θυμώνουν όταν γίνονται θύματα των σαρκασμών του. Αγαπάει τους ανθρώπους. Είναι ευτυχισμένος όταν το σπίτι του είναι γεμάτο καλεσμένους. Για να δείξει τη χαρά του ανάβει όλα τα φώτα. Δεν ξέρουμε αν είναι ευχαριστημένος επειδή έχει ένα κοινό για τα αστεία του ή επειδή νοιώθει κολακευμένος απ’ την παρουσία τους. Αν είναι απότομος με τις γυναίκες, σίγουρα είναι επειδή τις αγαπάει πολύ.

Στον Βασίλη Τσιαμπούση

30
Οκτ
09

Ριού Μουρακάμι – Σχεδόν διάφανο γαλάζιο

 

Έβαζα τα δυνατά μου ν’ ανασάνω αλλά μετά βίας έπαιρνα λίγο, ελάχιστο αέρα, κι αυτός ακόμη έμοιαζε να μην μπαίνει από τη μύτη ή το στόμα μου, αλλά σαν να περνούσε από μια μικρή τρυπούλα στο στήθος μου. Οι μηροί μου είχαν κι αυτοί μουδιάσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κάθε τόσο ένας πόνος μου έσφιγγε την καρδιά. Οι πρησμένες φλέβες στα μηνίγγια μου συσπούνταν. Με το που έκλεισα τα μάτια μου, ένιωσα να με πιάνει πανικός, σαν να με ρουφούσε μέσα του με τρομερή ταχύτητα ένας χλιαρός στρόβιλος. Κολλώδη χάδια διέτρεχαν όλο μου το κορμί, κι άρχισα να λιώνω σαν το τυρί στο χάμπουργκερ. Πώς είναι όταν έχεις στάλες λάδι σε νερό έτσι ένιωθα έντονα διακριτές περιοχές κρύου και ζέστης να μετατοπίζονται στο σώμα μου. Στο κεφάλι μου και στο λαρύγγι μου και στην καρδιά μου και στον πούτσο μου μετακινούνταν κύματα πυρετού. [σ. 27]

Πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, ήδη από την πρώτη εικόνα με την γυμνή ιδρωμένη γυναικεία πλάτη, το κραγιονισμένο τσιγάρο, κόκκινο φως, πόδια που ξεκαλτσώνονται κι ένα μπουκάλι κρασί έτοιμο να χυθεί, αντιλαμβάνεται κανείς πως αυτές οι σχεδόν διάφανες γαλάζιες σελίδες δεν θα κρύψουν τίποτα από τα ενδότερα ενός ιδιαίτερου κόσμου. Ο κεντρικός χαρακτήρας Ριού (παραδοχή αυτοβιογράφησης;) κολυμπάει καθημερινά σε ναρκωτικές θάλασσες και αλκοολούχα νερά, μαζί με μια σειρά άλλων προσώπων με τα οποία συνουσιάζεται, συνφτιάχνεται, συνομιλεί και συνταράζεται. Το περιβάλλον τους είναι μια τερατώδης αστυγραφία, ένας ασφυκτικός περίγυρος καταναλωτισμού και βίαιης εκδυτικοποίησης, μια Ιαπωνία που ούτως ή άλλως ιλιγγιώνεται μια φαντασμαγορική τεχνολογική κούρσα, πιστή ακόλουθος της αμερικανικής ιδέας (η στρατιωτική βάση και τα πιόνια της βρίσκονται πάντα σε απόσταση αναπνοής). Τι άλλο (καλύτερο) υπάρχει λοιπόν να κάνει κανείς από το να λιώνει με τους ομοίους του στην λαγνεία, τον αλληλοβιασμό, τις ουσίες, το διαρκές «χάσιμο», τον σωματικό πόνο, τις πάσης φύσεως εκτονώσεις και εκκρίσεις;

Καθώς η ναυτία εναλλάσσεται με τον οργασμό, οι πόσεις με τους εμετούς, οι εκστάσεις με τις καταπτώσεις, οι μορφασμοί με τα γέλια, όλοι τους μοιάζουν να ζουν καθυστερημένα τα 60ς, ανεστραμμένα πλέον στην απόλυτη απομόνωση και την αυτοκαταστροφική τοξικομανία. Η κοινότητα εδώ είναι εύκολα ανατινάξιμη: Ό, τι τους συνδέει μπορεί να τους χωρίσει. Από την άλλη δεν αγνοούν απλώς, αλλά φτύνουν μια ιαπωνική κοινωνία που μόλις βγαίνει υπερήφανα, αν και τρεκλίζοντας, από το ένδοξο παρελθόν και τρέχει να βγει πρώτη στην καταιγιστική κούρσα της ανάπτυξης. Από την αρχαιότητα των σαμουράι ως την απόλυτη μοντερνοποίηση η απόσταση λες και διανύθηκε σε κλάσματα φωτός. 

 Η περιφερειακή πλοκή αδυνατεί να σταθεί σε κάποιο σημείο, οπότε αναλαμβάνει ο εικονολάγνος κινηματογραφικός φακός του Μ. να ακολουθήσει λαχανιαστά τις παρεκτροπές των χαρακτήρων που ζαλισμένοι απ’ τα Nibrole και αναίσθητοι / παραίσθητοι από τα Philopon και τις κάψουλες μεσκαλίνης σέρνονται σε βρώμικα δωμάτια, ανάμεσα στα πεταμένα εσώρουχα, γόβες με στάχτες, απομεινάρια φαγητών, έντομα, μπουκάλια, σπέρματα. Όμως να μην πει κανείς πως η παθητικότητα των χαρακτήρων είναι αποκλειστικό προνόμιο της παραιτημένης νεότητας, εφόσον αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών όπου οι πάντες ανέχονται τα πάντα. Ακόμα κι έτσι αυτοί εδώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν έστω και επιθανάτιες κορυφώσεις. Και στις φωτεινές τους διαλείψεις μπορούν να δουν πολύ περισσότερα, και ιδίως ο Ριού, ήρωας και δημιουργός του, που όταν οι άλλοι μέσα στην παραζάλη και τις παρενέργειες ίσα που μπορούν να ακούσουν στα πικάπ Doors, Hendrix, Stones, It’s a Beautiful Day, Mal Waldron, το σάουντρακ του Orfeu Negro, τις σάμπες του Luiz Bonfá και τους …Osibisa, εκείνος αντιλαμβάνεται τις ανατάσεις που κρύβονται εκεί μέσα, αποστασιοποιείται, μοιάζει να κρατά σημειώσεις και να παρατηρεί τον κόσμο όπως όταν ήταν μικρός. 

Φώτα νέον που σου τρυπούσαν τα μάτια και προβολείς απ’ τα διερχόμενα αυτοκίνητα που κόβανε το σώμα στα δυο, φορτηγά που περνούσαν μ’ ένα βουητό όμοιο με τις κραυγές τεράστιων υδρόβιων πτηνών, μεγάλα δέντρα που ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά μας κι ερημωμένα, ρημαγμένα σπίτια στην άκρη του δρόμου, φάμπρικες με παράξενα μηχανήματα αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο, τσιμινιέρες που ξερνούσαν φωτιά ψηλά στον ουρανό – ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά μας σα λιωμένο ατσάλι που χύνεται απ’ το καμίνι. Το φουσκωμένο σκοτεινό ποτάμι που έκλαιγε σαν κάτι ζωντανό, ψηλό χορτάρι δίπλα στο δρόμο να χορεύει στον αέρα, ένας ηλεκτρικός σταθμός μ’ έναν μεγάλο μετασχηματιστή περιφραγμένο μ’ αγκαθωτό σύρμα να ξεφυσά ατμούς, κι η Λίλυ να γελά, να γελά τρελά… [σ. 104]

Ήταν το πρώτο σοκ με το οποίο ο συγγραφέας (γενν. 1952, συνώνυμος πλην άσχετος με τον Χαρούκι Μουρακάμι) φιλοδώρησε την ιαπωνική κοινωνία, επιφυλάσσοντάς της μερικά ακόμα τόσο με μυθιστορήματά του, όπως το Coin Locker Βabies, σχετικά με τα παιδιά που εγκαταλείπονται στις θυρίδες των σιδηροδρομικών σταθμών, το απολύτως ροκ εντ ρολλ 69, όντας και ο ίδιος ρόκερ, το Kyoko (το μόνο μέχρι στιγμής εδώ μεταφρασμένο, ως Η Κυόκο στη Νέα Υόρκη), όσο και με τον κινηματογράφο του, βασική ασχολία που άσκησε σεναριακά και σκηνοθετικά, από το περίφημο Τokyo Decadence (γνωστό και ως Topaz, με μουσική Ryuchi Sakamoto) έως τα Αudition και Raffles Ηotel.

Ανεξάρτητα από συσχετίσεις με Ντε Σαντ, Ζενέ, Μπουκόφσκι, Μίσιμα, Μίλλερ, Μπρετ Ιστον Ελις, Παλανιούκ, την «Γλώσσα του φιδιού» της Χιτόμι Κανεχάρα και τα Bushido εγχειρίδια, πέρα από τίτλους του «απόκρυφου ευαγγελίου» της ιαπωνικής νεολαίας και του κορυφαίου απωανατολικού «καλτ» μυθιστορήματος, ετούτο το απόλυτο ιαπωνικό sex, drugs and rock ΄n΄ roll μας είναι εξαιρετικά οικείο και για έναν ακόμα λόγο: συνομιλεί με τον Νίκο Νικολαΐδη, από την Γλυκειά Συμμορία στο Singapore Sling, και γι’ αυτό εκτός από αναγνωστικές, μας γέμισε με ψυχικές συγκινήσεις.

Συντεταγμένες: Εκδ. Printa, 2008 [Σειρά Σύγχρονοι Πεζογράφοι], μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, προλογ. σημείωμα Πόπη Μουσουράκη, σελ. 205, με χρησιμότατες σημειώσεις του μεταφραστή (Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue).

Επισκεπτήρια – κλειδαρότρυπες: http://latemag.com/tokyo-decadence-clips, http://www.youtube.com/watch?v=47HEgmcXpoQ

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

28
Οκτ
09

Soulsavers – Broken (V2, 2009)

 

Διαθέτω κάρτα διαρκείας και εμπιστοσύνης για όλες τις δραστηριότητες του Mark Lanegan και είμαι μέλος της ευρύτερης κοινότητας που εμπιστεύεται με κλειστά μάτια τις κινήσεις του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Είμαι επίσης επίτιμος ακροατής των προσωπικών του δίσκων και χρόνιος επιστροφέας στους Screaming Trees, έχω δε στα συρτάρια μου αδημοσίευτη θεωρητική μελέτη που υποστηρίζει πως η θέση που του αρμόζει να παίζει δεν είναι σόλο ή σε μπάντα, αλλά ως συνεργάτης – επισκέπτης σε ορισμένους εκλεκτούς της αρεσκείας του και της ιδιομορφίας του, πάντα με τη βαλίτσα στο χέρι. Ακριβώς δηλαδή όπως συνέβη και με τους Soulsavers, το ηλεκτρολογημένο μπλουζ δίπολο των παραγωγών Rich Martin και Ian Glover που εδώ τριτώνει τις φουρνιές του μετά τα “Tough Guys Don’t Dance” (2003) και “It’s Not How Far You Fall, It’s The Way You Land”(2007) και δευτερώνει την εμπλοκή με τον Lanegan.

Ο Mark στην ουσία εξοικειώνεται ολόκληρο τον δίσκο, δημιουργώντας την εντύπωση πως πρόκειται για δικό του σπίτι. Είναι ο ίδιος που με το γνώριμο στιλ του χαράσσει τα σύνορα των περιοχών που θα διαβούν με τους πρόσθετους προσκαλεσμένους, σε μια περιπλάνηση σε διαφορετικούς έρημους τόπους, όπως σε χωράφια του «κινηματογραφικού» instrumental (με το πιανιστικό The seventh proof και το έγχορδο Wise blood) και σε ηλεκτρισμένα ναρκοπέδια (που θα μπορούσαν να πατήσουν και οι Gutter Twins, το προηγούμενο συνεργατικό του σχήμα) με το εννιάλεπτο επαναληπτικό Death bells και το μιντ σφυροκοπητό Unbalanced pieces, με Gibby Haynes (Butthole Surfers) και Mike Patton (Faith No More) αντίστοιχα συμ-φωνούντες μαζί του.

Όσο για την ημίφωτη (ή ημισκότεινη) περιοχή των μπαλαντών όπου λουφάζει πλέον οριστικά, ή θα τριγυρίσει μοναχός του σε οικεία μονοπάτια (Pharaos chariot, με συμμετοχή του Jason Pierce) ή θα πιάσει αγκαζέ την Red Ghost (= Rosa Agostino, μια επίμονη αποστολέας demo) για ένα ζευγαρωτό μπλουζ της ασυμφωνίας μ’ ένα διαφυγόν σαξόφωνο να προσπαθεί να τους ενώσει (Rolling sky) ή θα την αφήσει να περιπλανηθεί μονάχη της στο Praying ground και να του κλέψει μέσα απ’ τα χέρια την καλύτερη μπαλάντα της δεκατριάδας (By my side). Εκτός συναγωνισμού δυο διασκευές της συντριβής, φανταστείτε δηλαδή τι υποδοχή επιφυλάσσεται σε Tom Waits (Can’t catch the train) και Will Oldham (You will miss me when I burn). Αντίστροφα ο Will τραγούδησε το σίνγκλ Sunrise, σύνθεση του Lanegan που δεν υπάρχει στο δίσκο.

Όμως εκεί που θαυματουργούν οι Δύο συν Ένας είναι αλλού: όπως η τελευταία μας επικοινωνία μαζί τους ήταν εκείνο το θεόπνευστο γκόσπελ περί αναγέννησης, το Revival που έκλεινε το It’s Not How Far…, έτσι κι εδώ μια τριπλή γκοσπελική καρδιά χτυπάει ακριβώς στο κέντρο του δίσκου. Τα All the way down, Some misunderstanding, Shadows fall (με την συμμετοχή του Richard Hawley και μια έξοχη φυσαρμόνικα), είναι κατά κυριολεξία ψυχοσωστικά, πλήρης έμπρακτη δικαίωση του ονόματος της μπάντας.

Το παράδοξο του Lanegan είναι πως ακούγεται πάντα φοβερά ενδιαφέρων στα κατακορεσμένα μας αυτιά, χωρίς να προβαίνει σε καμία προσθαφαίρεση από τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του ορθόδοξου ροκ εντ ρολ. Εννοώ πως, όπως πάντα, δεν φτιάχνει τον συγκλονιστικό δίσκο που θα αλλάξει την πορεία του ροκ εντ ρολ, αλλά τροφοδοτεί συνεχώς με κάρβουνο την μηχανή του. Αν κάποιοι άλλοι γίνονται η ατμομηχανή, αυτός είναι ο κορμός του. Κι όσο παραμένει, είμαστε ήσυχοι για την πορεία.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




 

Νοεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 42,231 hits

E-mail: Lambrossss – at – gmail.com

Σελίδες