10
Φεβ
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 25. Ηρώ Νικοπούλου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι πεζογράφοι και ποιητές.
Χρόνια τώρα με συναρπάζει εξακολουθητικά το ακραία δαιμονικό στοιχείο με το οποίο προι­κίζει τους ήρωές του ο Ντοστογιέφσκι καθώς και τα ηθικά διλήμματα που θέτει, είναι από τους λίγους συγγραφείς που άσκησαν επιρροή στον τρόπο που σκέφτομαι ορισμένα ζητήματα. Από την άλλη μεριά, πραγματικά με συγκλονίζει ο τρόπος που αποτυπώνει την έλλειψη της αγάπης και τις συνέπειες αυτής της έλλειψης ο Φώκνερ κι ας αρρω­σταίνω με το διάβασμα κάθε βιβλίου του. Επανέρχομαι συχνότατα στον μεγάλο Μπόρχες για την σοφία που κρύβει η παραδοξολογία του. Η άποψή του για το μυθιστόρημα – έλεγε πως δεν καταλαβαίνει γιατί να γράψει κανείς ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όταν μπορεί να διηγηθεί την ίδια ιστορία μέσα από ένα διήγημα – με προβλημάτισε ως προς την οικο­νομία του λόγου, και ενίσχυσε την επιλογή μου προς αυτή την κα­τεύ­­­­θυνση. Αγαπώ πολύ τον Μαρκές, τον Φουέντες και γενικότερα την Λατι­νο­αμε­ρικάνικη λογο­τεχνία με τον μαγικό ρεαλισμό της. Με ενδια­φέρει ο αμφιλεγόμενος Σελίν για το τολμηρό χιού­­μορ του απέ­ναντι στον ίδιο τον μηδενισμό του, ο Καουαμπάτα για την δύναμη της ελλει­πτι­κότητάς του, ο Κάφκα για την αντιστρο­φή της δυναμικής ανάμεσα στην κρυφή και την ορατή ιστορία του που συνιστά – κατά τον Πίγλια – το Καφκικό ιδίωμα. Τώρα από τους σύγχρονους πεζογράφους με γοητεύει η ψυχρή ματιά του Ουελμπέκ, μ’ αρέσει ο Κούντερα για το σαρκασμό και την φαι­νο­μενική ψυχραιμία του, ο Σαρα­μάγκου που σπάει τα ταμπού, η Ακινάουα για τα τολμηρά θέματά της και για την υπαινικτική υγρή ατμό­σφαιρα που δημιουργεί. Από τους έλληνες πεζογράφους ξεχωρίζω τον Τσίρκα, τον Μάτεσι για τον σχεδόν αιρετικό τρό­πο που χρησιμοποιεί την γλώσσα και κυρίως για τα θεατρικά κεί­μενά του, την Καρυστιάνη, τον Μίγγα, τον Χιόνη για την λοξή έως κι ανάποδη ματιά του, τον Μαυρουδή για την ακριβή και πολυσημική ελλειπτικότητά του.

Όσον αφορά στην ποίηση θα αναφερθώ μόνο σε έλληνες ποιητές για­τί θεωρώ ότι το θέμα της γλώσσας είναι πολύ περιοριστικό. Η ποίηση ουσιαστικά κατά την γνώμη μου δεν μεταφράζεται, αν και προσωπικά θα προτιμούσα τον όρο μεταγραφή αντί μετάφραση. Όταν ο μετα­φρα­στής προσπαθεί να αποδώσει τις έννοιες του κειμένου και ταυτόχρονα να διασώσει ότι μπορεί από την μουσι­κό­τητα ή το ρυθμό του ποιήματος, αναγκαστικά θα πρέπει να καταφύγει σε λύσεις που θα τον απομακρύνουν από την κατά λέξη μετάφραση, οπότε πάμε στην απόδοση. Μιλώ­ντας λοιπόν για έλληνες, ανατρέχω συχνά στη Σαπφώ για τον λυρικό της πόθο, στον γλωσσοπλάστη Ελύτη για το φως που αναδύεται από την ποίησή του και για τον τρόπο που αξιοποιεί την παράδοση, στον ώριμο πικρό Καρούζο – της ύστερης ποιητικής του- που βρίσκεται στον αντίποδα του Ελύτη, στη Δημουλά που οδηγεί με την γλώσσα της μέσα από την ουσια­στικοποίηση των επιθέτων – όπου δεν φτάνει στην μανιέρα – στην ψίχα των πραγμάτων, στη λιτότητα του Λάσκαρη, στον τολμηρό έως προκλητικό λόγο του Βαρβέρη.

2. Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
«Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ» του Φουέντες, «Το σπίτι των πνευμάτων» της Αλλιέντε, η «Εφεύρεση του Μορέλ» του Κασάρες, το «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέιμς, η «Βουή κι αντάρα» του Φώκνερ, τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλυ Μπροντέ, το «Άγνωστο αριστούργημα» του Μπαλζάκ, το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα, ο «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ, η «Ασκητική» του Καζα­ντζά­κη που επηρέασε την οπτική μου απέναντι στη θρησκεία, η «Μετα­μόρφωση» του Κάφκα, το «Εκατό μέρες μονα­ξιά» του Μαρκές, «Των Κεκοιμημένων» του Μίγγα, το «Κουστούμι στο χώμα» της Καρυστιάνη κ.α.

3. Αγαπημένα σας διηγήματα.
Το «Πίστομα» του Θεοτόκη για τον αδιαπραγμάτευτο τρόπο που χειρίζεται το θέμα της τιμής, ένα θέμα που αισθάνομαι πως πλέον έχει εκλείψει από την ελληνική πεζογραφία, η «Πισίνα» της Ογκάουα για τον ατμώδη ερωτισμό της, η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζατέλη, η «Φό­νισσα» και το «Μοιρολόι της φώκιας» του Παπα­διαμάντη, σχεδόν όλος ο Μπόρχες, και πολλά του Τσέχωφ.

4. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Υπάρχουν στιγμές ή και κείμενα ολόκληρα σύγχρονων λογο­τεχνών που με γοητεύουν. Το βιβλίο του Χιόνη «Όντα και μη όντα», το «Ενός λεπτού μαζί» της Δημουλά.

5. Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Θαυμάζω τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες και τον τρόπο που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην τρέλλα και την λογική, στην φαντασία και το όνειρο. Μ’ αρέσει ο χειρισμός του μύθου του Φάουστ από τον Γκαίτε που τελικά δημιουργεί έναν άλλο Φάουστ, και πραγμα­τικά ζηλεύω τον τρόπο που έχτισε ο Ντο­στογιέφσκι, τον χαρακτήρα του Ρα­σκό­λ­νι­κοφ στο Έγκλημα και τιμωρία, και του Σταβρόγκιν στους Δαι­μο­­νισμέ­νους, αυτό το τραγικά αντιφατικό στοιχείο που κου­βα­λούν τους κάνει απελπιστικά αληθινούς.

6. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι, μου θέτει ακόμα ερωτήματα η Αρετή Θεοφίλου από το ομώνυμο διήγημα που βρίσκεται στην συλλογή με τίτλο «Ομελέτα με μανιτάρια», ερωτήματα για το πώς μπορεί να απαντήσει ο άνθρωπος στην αδικία που του γίνεται, πώς μπορεί να την διαχειριστεί χωρίς να προξενήσει κι αυτός με την σειρά του πόνο. Είναι άλλωστε ένα από τα θέματα που διατρέχουν και το βιβλίο που τελείωσα πρόσφατα και έχει τίτλο «Η βρεφοδόχος». Μια άλλη ηρωίδα μου, που συχνά συνομιλώ μαζί της, είναι η παραβιασμένη Παυλίνα από το διήγημα «Το κομμωτήριο» πάλι από την «Ομελέτα» που αναφέρεται κατόπιν κι αυτή στη «Βρε­φο­δόχο». Είναι θέματα που επανέρχονται μέσα από τους ήρωες και ερω­τήματα που δεν εξαντλούνται, άλλωστε δεν νομίζω πως καταθέτουμε απαντήσεις μέσα από ένα βιβλίο, αλλά ζητήματα που μας απασχολούν.
Κάθε συγγραφέας δημιουργεί το δικό του μικρόκοσμο και μέσα σ’ αυτόν κινούνται τα πλάσματα της φαντασίας του, τα παιδιά του κατά μια άλλη έννοια, και δεν έχει σημασία αν φτιάχτηκαν από ανακυκλωμένα υλικά, το θέμα είναι να πετύχει η συναρμολόγηση και να αρθρωθεί τελικά ένας νέος χαρακτήρας. Αν αρθρωθεί, τότε δεν εγκαταλείπει εύκολα τον μικρό­κο­σμό του.

7. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ξέρετε, έχω γράψει ένα ποίημα που απαντάει ακριβώς σ’ αυτή την ερώτηση. Έχει τίτλο «Ενυδρείο» και βρίσκεται στην τελευταία ποιητική μου συλλογή (σελ.51), λέει λοιπόν :
«Στα σοβαρά δεν πρέπει/ να παίρνεις τις στιγμές/ για τον ίδιο λόγο που δεν πρέπει/ να γράφεις στο γραφείο ποιήματα/ κλείνεις το χρόνο στη γυάλα/ κι αυτός σε κοιτά σαν το ψάρι/ από τα βάθη/ ρίχνοντας φυσαλίδες βροχή/ τα λεπτά στο πρόσωπό σου» κλπ.
Ενώ, λοιπόν, χρησιμοποιώ αποκλειστικά και μόνο το κομπιούτερ για την πεζογραφία και γράφω απ’ ευθείας, αντιθέτως τα ποιήματα τα γράφω ακόμα στο χαρτί, σε οποιοδήποτε χαρτί και οπου­δήποτε μου κάνει την χάρη να με επι­σκεφθεί η μούσα. Έχει τύχει να γράψω στην παραλία στάζοντας νερά, ή να σημειώ­σω ένα στίχο στο εισιτήριο του τραμ, έχω γράψει ποίημα ολό­κληρο στη χαρτο­πετσέτα υπόγειου μαγειρείου στην Ομόνοια, ή άλλοτε σε καφενείο στον Φλοίσβο. Πολύ συχνά γράφω στο κρεβάτι. Δεν έχω τέτοιου τύπου στερεότυπα. Δεν έχει σημασία για μένα ο τόπος. Αυτό όμως που κάνω πάντα μόνο στο γραφείο μου είναι η επε­ξεργασία των ποιημάτων, η οποί­α­ με παιδεύει για πολύ καιρό πριν κατά­στα­λά­ξω στην τελική μορφή.
Τώρα όσον αφορά στην πεζογραφία τα πράγματα καθορίζονται κυρίως από το κομπιούτερ μου, που είναι μεν φορητό αλλά οπωσδήποτε πιο δυσκίνητο απ’ ότι ένα απλό σημειωματάριο.

8. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν πρόκειται για πεζό, διήγημα ή μυθιστόρημα, έχω κατ’ αρχάς την βασική ιδέα στο μυαλό μου και την πλάθω για αρκετά μεγάλο χρο­νικό διάστημα πριν την ακουμπήσω στον υπολογιστή. Σιγά-σιγά αρχί­ζουν να ανα­δύ­ο­νται οι χαρα­κτήρες, αποκτούν περίγραμμα, σωματότυπο, συνή­­­θειες, βλέμ­μα, χαρακτηριστικά, το όνομα και το χρώμα έρχονται προ­ς το τέ­λος. Τους ντύ­νω με το υλικό που ήδη έχω συγκεντρώσει ή συνε­χί­ζω να μαζεύω, προσέχοντας τι ταιριάζει κάθε φορά.
Την πρώτη ύλη μου την βρίσκω οπουδήποτε, στον δρόμο, σ’ ένα μαγαζί, σε μια θεατρική παράσταση. Μόλις κάτι μου τραβήξει την προσοχή κρα­τάω σημειώσεις, μπορεί να είναι μια κίνηση, ένας διάλογος, ένας μορφασμός, οτιδήποτε που θα κινητοποιήσει την σκέψη, την φαντασία μου. Όταν πια έχω αρκετές σημειώσεις σχετικές με το θέμα μου και αισθά­νομαι την ιδέα να έχει κάπως ωριμάσει, αρχίζω το γράψιμο. Η διαδικασία της γραφής βάζει τα πράγματα σε διάλογο μεταξύ τους, πρέπει να βρε­θούν οι εσωτερικές ισορροπίες του κειμένου, οι τομές, τα σημεία φυγής, ο συ­σχε­τισμός των χαρακτήρων, δεν είναι το ίδιο με το να τα σκέφτεσαι απλώς και να τα σχεδιάζεις. Υπάρχει το ενδεχόμενο από ένα σημείο και μετά ο χαρακτήρας να μην χωράει σ’ αυτά που είχα προ­γραμματίσει, που είχα σκεφτεί εξ αρχής γι’ αυτόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις τον παρα­τηρώ ή ακό­μη και τον ακολουθώ για να δω πού το πάει και πώς μπορεί να εξε­λιχθεί, προσπαθώντας να θυμάμαι κάτι που είχε πει ο Στανισλάφσκι για τον θεατρικό χαρακτήρα που βεβαίως ισχύει και στην πεζογραφία, είχε πει λοιπόν πως ένας χαρακτήρας για να πάψει να είναι χάρτινος, για να αποκτήσει υπόσταση, όγκο και εκτόπισμα πρέπει να έχει προο­πτική και βάθος χρόνου και πριν και μετά την συγκεκριμένη σκηνή του έργου. Αυτή η σκέψη με βοήθησε πολύ στο χτίσιμο των ηρώων μου. Το στάδιο που­ τα πρόσωπα αποκτούν την δική τους δυ­να­­μική είναι πολύ ενδια­φέ­ρον­ αλλά και πολύ δύσκολο, γιατί πρέπει να ισορροπήσουν -μέσα από τις σωστές αναλογίες- οι έννοιες της ελευ­θε­ρίας και της πειθαρχίας που, χωρίς να είναι αλληλοαποκλειόμενες, βρίσκονται πάντως σε διαλεκτική αντίθεση. Και τότε αρχίζει η μακρά και κοπιώδης περίοδος της επεξεργασίας, που είναι πάρα πολύ σημαντική για μένα.

9. Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω, αλλά και όταν διαβάζω, προσπαθώ να ακούσω την εσωτερική μουσική των λέξεων και να συντονιστώ μαζί τους. Τα κείμενα έχουν τον δικό τους ρυθμό, την δική τους ατμόσφαιρα, επομένως δεν μπορώ ταυτόχρονα να ακούω και μουσική, όσο καλή ή αγαπημένη κι αν είναι γιατί πιστεύω ότι όταν μπε­ρδεύ­ο­νται οι αρμονίες προκύπτει χάος. Όλα αυτά φυσικά ισχύ­ουν ακόμα περισσότερο για την ποίηση, που ρυθ­μός και μουσικό­τη­τα απο­τελούν συστατικά στοιχεία της ή, εν πάση περι­πτώσει, ζητούμενα. Η μουσική μας εμπλουτίζει μ’ ένα τρόπο μαγικό, προσδίδοντας νέες δια­στάσεις στις σχέσεις μας με τα πράγματα, τους τόπους, τον χρόνο. Αγαπώ πολύ την προκλασική περίοδο, την Μεσαι­ω­νική του Γρηγο­ριανού με­λους­, την Αναγεννησιακή με τα μαδριγάλια, την μπαρόκ του Μπαχ, ακούω φυσικά και κλασική, και απ’ την σύγχρονη με ξεκουράζει η ευαισθησία του Χατζηδάκη, με συνεγείρει ο λυγμός των Πορτογαλέζικων φάντος και η αμφισβήτηση της ροκ.

10. Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιούς πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Δεν γίνεται να μιλήσω για το πότε και το πώς γράφτηκε το πρώτο μου βιβλίο χωρίς να αναφερθώ σ’ ένα πρόσωπο που έπαιξε πολύ σημα­ντικό ρόλο στην ζωή μου. Θείος και νονός μου ήταν ο Νάσος Νικόπουλος, ποιητής και κριτικός θεάτρου επί πολλά χρόνια στην εφη­μερίδα Αυγή. Το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα, τα αινίγματα των πρώτων ακουσμάτων, οι συζητήσεις, οι προτροπές, άσκησαν με­γάλη επίδραση στην διαμόρφωσή μου. Με τον θείο μου συζητούσαμε για την τέχνη γενικότερα – αγαπούσε πολύ το θέατρο και την ζωγραφική- για την ποίηση, για το Σολωμό, και πάντα με προέτρεπε να διαβάζω, να διαβάζω πολύ, μου πρότεινε βιβλία, μου έδινε ερεθίσματα. Χαρακτηριστικό παρά­δειγμα είναι η αντίδρασή μου όταν πρωτοάκουσα το Άξιον Εστί του Ελύτη μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη σε ηλικία έξι-επτά ετών, φυσικά δεν μπόρεσα να καταλάβω παρά ελάχιστες λέξεις, την αύρα όμως του έργου την ρούφηξα όλη, κι όταν τελείωσε η ακρόαση άπνοη και εκστασιασμένη δήλωσα πως θέλω κι εγώ να μπορώ να καταλαβαίνω κά­ποτε όπως οι με­γά­λοι­ τα λόγια του ποιητή. Το πρώτο μου βιβλίο λοιπόν ήταν η ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο μύθος του οδοιπόρου», Αθήνα, 1986, και διαπνέεται από την ζέση εκείνου του πρώτου πόθου. Το δεύτερο ήταν πάλι ποίηση με τίτλο «Χειμερινοί μορφασμοί», Αθήνα, 1993. Το 1999 ακολούθησε η ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανέμου», από τις εκδόσεις Πλανόδιον, όπου νομίζω πως συντε­λείται και μια στροφή στον τρόπο της γραφής μου.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2003 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Σαν σε καθρέφτη» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και έχει ως θέμα την ανα­ζήτηση της εσωτερικής ταυτότητας μιας νεαρής γυναίκας που είναι υιοθετημένη και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ολλανδία – που είναι γενέ­θλια χώρα της μητέρας της- για να την βρει. Με ενδιέφερε η σύνδεση της αναζήτησης της ταυτότητας με το ταξίδι. Αν αναλογιστούμε τους προ­σκυ­­νητές των Αγίων Τόπων ή ακόμα και τους σημερινούς ταξιδευτές της Δύ­σης προς την Ανατολή, θα δούμε ότι το ταξίδι έδινε πάντα στον άνθρω­­πο την δυνατότητα της ενίσχυσης ή ακόμα και του επα­να­προσδιο­ρι­σμού της ταυτότητάς του. Ολόκληρο το κείμενο ουσι­α­στικά ανα­πτύσ­σεται με κατοπτρικό τρόπο καθώς είναι χωρισμένο σε δύο μέρη τα οποία λειτουργούν οργανικά σαν αντικατοπτρισμός το ένα του άλλου. Είναι ουσιώδης, κατά την γνώμη μου, η οργανικότητα της μορφής σε σχέση με το περιε­χό­μενο.
Το επόμενο βιβλίο μου κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Νεφέλη με τίτλο «Ομελέτα με μανιτάρια». Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων που είναι χωρισμένη σε πέντε θεματικές ενότητες. Εδώ υπάρχουν πρόσωπα και ρόλοι που τα όριά τους μπλέκονται δημι­ουρ­γώ­ντας εφιαλτικούς λαβυρίνθους σχέσεων, όπου συχνά αποκα­λύ­πτε­ται­ το ασύμπτωτο της ηλικιακής με την ουσιαστική ενη­λικί­ω­ση. Υπάρχουν επίσης ιστορίες που βασικός στόχος τους είναι να ανα­τρέψουν τους κανόνες του παιχνιδιού, το δεδομένο υλικό των μύθων και των παρα­μυ­θιών. Αισθάνομαι ότι είναι ένα βιβλίο ανοιχτό που συνε­χίζε­ται.

11. Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Είναι η ποιητική συλλογή με τίτλο «Μη με ψάχνετε εδώ», και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2009 από τις εκδόσεις Πλα­νό­διον. Εδώ από το πρώτο κιόλας ποίημα – απ’ όπου και ο κάπως προκλη­τικός τίτλος – το ποιητικό υποκείμενο θέλει να δηλώσει (ή να υπο­δη­λώσει;) πως ο τόπος του ποιητή είναι εντέλει πέρα από τις λέξεις. Το φα­νέ­ρωμα, η επιφάνεια -για να το πούμε αλλιώς- συντε­λείται μέσα στην γλώσσα, αλλά ο ίδιος δεν κατοικεί εκεί.

12. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το τελευταίο βιβλίο του Ουελμπέκ, με τίτλο «Η δυνατότητα ενός νησιού».

13. Τι γράφετε τώρα;
Σχεδιάζω μια νέα συλλογή διηγημάτων, οπότε συνεχίζω να γράφω διηγήματα, έχω αρκετά στο συρτάρι μου και μερικά από αυτά είναι ήδη δημο­σιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Συνεχίζει να με απασχολεί το θέμα των σχέσεων και κυρίως το αφανέρωτο ψυχικό υλικό τους. Το σημαντικό κατά τη γνώμη μου είναι το άρρητο, αυτό που υποδηλώνεται μέσα από λεπτομέρειες, από ανεπαίσθητες κινήσεις του σώματος, από το βλέμμα, από πράγματα που τέλος πάντων διαφεύγουν συνήθως της προσοχής μας και ο τρόπος που επιδιώκω να αποδοθεί όλο αυτό είναι υπαινικτικός. Δεν μ’ αρέσει η επεξηγηματικότητα και η πλήρης ανάλυση των πάντων, προτιμώ στα κείμενά μου να αφήνω χώρο και για τον αναγνώστη. Κακά τα ψέματα, όσο συγκεκριμένο κι αν είναι αυτό που είχε στο νου του ο συγγραφέας όταν έγραφε το έργο, ο τρόπος πρόσληψης ενός κειμένου διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ο καθένας έχει άλλες προσλα­μβά­νουσες, προβάλει τα δικά του βιώματα. Αλλά, νομίζω, ότι αυτό είναι τελικά ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα ενός έργου να μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, να λειτουργεί πολυεπίπεδα, να επιδέχεται επομένως κι άλλες προσεγγίσεις.

14. Τι είδους ηδονές σας προσφέρει η ενασχόλησή σας με την ζωγραφική; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Έχετε συνδέσει λογοτεχνικά κείμενα δικά σας ή άλλων με συγκεκριμένες εικαστικές εικόνες;
Η ζωγραφική και η λογοτεχνία λειτουργούν για μένα ως δύο δια­φορετικοί τρόποι έκφρασης και είναι στην πραγματικότητα δύο δρόμοι προσέγγισης του εαυτού κι ενός πολύπλοκου ψυχισμού, που χωρίς τον ένα ή τον άλλο δρόμο θα έμενε ουσιαστικά ανερμήνευτος και αλύ­τρωτος. Όλο αυτό φυσικά πρέπει να γίνεται με τρόπο που να αφορά και τους άλλους, αλλιώς κινδυνεύει να παραμείνει απλή ψυχαναλυτική δια­δικασία εσωτερικής κατανάλωσης και όχι τέχνη. Επομένως δεν τίθεται θέμα υπε­ξαί­ρεσης συγ­γρα­φικού χρόνου από την ζωγραφική, μια και προς το παρόν τουλά­χιστον διατηρείται μέσα μου – αν και μέσα από πολύπλοκες διαδρομές – μια συμπληρωματική ισορρο­πία. Η ευχαρίστηση και η ολο­κλήρωση – η ηδονή όπως το διατυπώνετε – που μου προσφέρει η ζω­γραφική είναι σημαντική κι αναντικατάστατη για μένα, άλλωστε άρχισε να ξετυλίγεται σε πολύ νεαρή ηλικία ταυτοχρόνως με την λογο­τεχνία και έκτοτε συνυπάρχουν. Όσο για την σύν­δεση λογοτεχνικού κειμένου με τον εικαστικό λόγο, ναι συνέβη μια του­λάχιστον φορά όταν έγραψα ένα διήγημα με τίτλο «Η θυμω­μένη του Ντεγκά» που περιέχεται επίσης στη συλλογή «Ομελέτα με μανιτάρια» και έχει ως αφετηρία κι έμπ­νευση την «Μικρή χορεύτρια» (φώτο), του ζωγρά­φου και γλύπτη Ντεγκά – που αγαπώ ιδιαίτερα – γλυπτό το οποίο μάλιστα πρό­σ­φατα εκτέθηκε και στην Αθήνα. Σε κριτικές που έχουν γραφτεί για το λογοτεχνικό μου έργο, ανα­φέρεται ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το στοιχείο της ζωγρα­φικό­τητας. Φυσικά αυτή είναι μια επισήμανση που θα μπορούσε να ισχύει, και ισχύει, για πολλούς συγγραφείς στων οποίων το έργο το εικονιστικό στοιχείο είναι δραστικά παρόν. Αυτό που παρατηρώ εγώ στη σχέση των δύο εκφραστικών διαδρομών μου είναι ότι εντέλει λειτουργούν με τρόπο συμπληρωματικά αντίθετο, μιλούν για διαφο­ρετικά κομμάτια μου. Η ζωγραφική, έχοντας τις γερές –ε­νί­­οτε και περιοριστικές – βάσεις των ακα­δημαϊκών σπουδών –Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών- εκφράζει τμήματα του ψυχισμού μου που δεν εκφρά­ζονται στην λογοτεχνία, είναι πιο αφαι­ρετική και δεν στηρίζεται στην πρόφαση της διήγησης (όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες των έργων Νο 01, 02, 03). Αντιθέτως μέσα στο πεδίο της συγγραφής ξετυλίγονται πιο ελεύθερα κώδικες του υποσυ­νει­δήτου που δεν είχαν βρει το δρόμο τους μέσα από την ζωγραφική. Το πολύ ενδιαφέρον για μένα βρίσκεται με μια αλλαγή που συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια περίπου, που αυτό άρχισε να διαφοροποιείται. Άρχισαν, δηλαδή, να εμφανίζονται παραστατικά, αφηγη­ματικά στοιχεία στη ζωγραφική μου, που νομίζω ότι δεν θα παρου­σιά­ζονταν αν δεν είχε προηγηθεί η διεργασία της γραφής. (Στην φωτογραφία του έργου Νο 04 που έχει τίτλο «Η κούκλα και το παιδί» από την ενότητα «Δωμάτια -΄Ενοικοι» φαίνεται καθαρά πως μορφοποιείται η αντιστροφή των ρόλων ανάμεσα στην κούκλα-μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί.) Αισθάνομαι σαν η μια τέχνη μου να μπολιάζει την άλλη. Επομένως αυτό που μέχρι πριν έμοιαζε σαν εσωτερική αντινομία, τώρα μέσα από την διαδικασία των κατα­βολάδων ή των αντιδανείων, μοιάζει να μπαίνει σε νέο δρόμο.

Σημ.: Τα τέσσερα πρώτα έργα είναι της συγγραφέως, το τελευταίο του Edgar Degas (βλ. σχετικές αναφορές εντός κειμένου).

09
Φεβ
10

Γιώργος Παλούμπης – ΠΑΚΜΑΝ

Καλλιτεχνικός Οργανισμός Coyot
Θέατρο Χώρα – Σκηνή Μικρή Χώρα

Κόκκινοι και Πράσινοι στο Πέναλτυ, επαρχιακά ζεϊμπέκικα και τσιφτετέλια στο Επείγον, φυλακισμένοι και έμποροι ναρκωτικών στο Νο 44…και η ανελέητη (ενίοτε και σπαρταριστή) θεατρογράφηση του σήμερα από τον Γιώργο Παλούμπη (που έχει σκηνοθετήσει από Σέπαρντ και Πίντερ ως Τερζάκη και Κεχαΐδη) συνεχίζεται. Τώρα το στόχαστρο διευρύνεται ακόμα περισσότερο: σειρά έχουν οι 30, 30+. To ΠΑΚΜΑΝ γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε αποκλειστικά στη διάρκεια των προβών, εφόσον ο συγγραφέας ακολούθησε την προσωπική του μέθοδο: έγραψε μόνο την αρχή, κι άφησε τους ηθοποιούς να πάνε προς τη συνέχεια και το τέλος αυτοσχεδιάζοντας. Όμως ήταν ακριβώς οι αντιδράσεις του καθενός με βάση τα προβλήματα και τις παθογένειες της ζωής τους που έβγαλαν το έργο.

Παρακολουθούμε στη σκηνή ταυτόχρονα τρία διαμερίσματα, όχι μόνο σε χωριστές πράξεις αλλά και ταυτόχρονα, εύρημα ομολογουμένως εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθώς τα τεκταινόμενα στο ένα μπορεί να συμπληρώνουν ή να αντιτίθενται με του άλλου, ακόμα κι όταν τα πρόσωπα συνδιαλέγονται τηλεφωνικώς ή απλώς υπάρχουν, δείχνοντας παραλληλίες και χάσματα. Στο πρώτο σπίτι το ζεύγος είναι λαμπερό και αξιοζήλευτο, μόνο που το κινητό τους αποτελεί πλέον προέκταση του χεριού, οι διαφορές στην περί ζωής άποψη ανεβαίνουν αργά στην επιφάνεια, και η αίγλη του free attitude που τους καλύπτει σιγά σιγά διατρυπάται από τα καθοριστικά μυστικά που κρύβει ο ένας απ’ τον άλλον. Άλλοι δυο άνθρωποι πηγαινοέρχονται στο διαμέρισμα: η αδελφή της γυναίκας κι ένας φίλος του άντρα, υποτιθέμενα ιδιόρρυθμοι, αλλά όχι περισσότερο χαμένοι από το φωτεινό ζεύγος, που τους βλέπει ως πρόχειρο πεδίο πειραματισμού εφόσον έχουν επιλέξει το μοντέλο της μοναξιάς. Παραδόξως όταν μιλάνε οι «περίεργοι», αποστομώνονται «οι κανονικοί».

Εδώ έχουμε ένα έργο που δεν είναι έργο, αλλά η πραγματικότητα. Ο θεατής δεν σκέφτεται ούτε στιγμή πως παρακολουθεί γραμμένο κείμενο – μάλλον του έχει ανοιχτεί ένα παράθυρο στα 3 σπίτια. Μιλάμε για τον πλέον άμεσο ρεαλισμό και καθώς όλα αυτά συμβαίνουν τώρα, τα στόματα περνάνε όλες οι έννοιες του κυριολεκτικού σήμερα: απολύσεις, επαγγελματικοί ανταγωνισμοί, Χαρδαβέλλας, μεσημεριανάδικα, πιστωτικές, δόσεις, facebook. Ήχοι κινητών, κοινωνικές υποχρεώσεις, άγχος κι ο καθένας με το κρυφό του κόλλημα. Πώς άραγε είναι ο «κανονικός άνθρωπος»; Να το ψάξουμε στο Google. Παραδόξως τόσο άμεσα παροντικά έργα αποτελούν την εξαίρεση κι όχι τον κανόνα στη σύγχρονη ελληνική θεατρογραφία.

Ο νεοέλλην τριαντάρης (plus) υποτιμά το παρόν, βλέπει το μέλλον σα μαύρη τρύπα, θέλει να ξεχάσει το παρελθόν, συνεπώς πού βρίσκεται η ζωή του και πού πατάει; Σε μια αενάως επαναληπτική φάση όπου όλοι ζουν τα ίδια αλλά τους χωρίζουν χάη; «Όλες οι (πολυάριθμες ομολογουμένως) συνταρακτικές ιστορίες σήμερα είναι μάλλον οι εξαιρέσεις σε μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα όπου τα πάντα τρέχουν χωρίς να έχουν καμιά ιδιαίτερη σημασία» γράφει ο δημιουργός στο πρόγραμμα της παράστασης. Όταν βγουν στην επιφάνεια οι επιθυμίες του καθενός, οι ασυμβατότητες είναι απόλυτες. Κι όχι μόνο: «η πραγματικότητα του καθένα είναι εντελώς διαφορετική από του διπλανού του. Ως εκ τούτου οι πραγματικότητες όλων μας διαρκώς συγκρούονται με των υπόλοιπων. Είναι αναπόφευκτο».

Ιδού το διάγραμμα της φθίνουσας αριθμητικής: 4 άνθρωποι, 3 διαμερίσματα, 2 οπτικές, 1 σύμπτωση – και 0 συνεννόηση. Άραγε ποια είναι τα δικά μας και τα δικά σας ΠΑΚΜΑΝ που τρώνε αργά αλλά σίγουρα την καθημερινή μας ζωή;

Κείμενο – σκηνοθ.: Γιώργος Παλούμπης, Σκην.-κοστ.: Λουκία Μινέτου, φωτ.: Βασίλης Κλωτσοτήρας. Παίζουν: Mάνος Κανναβός, Θάνος Αλεξίου, Εκάβη Ντούμα, Ειρήνη Μαργαρίτη. / Τετ. – Σαβ.: 21.00, Κυρ. 19.00/ 87΄/Αμοργού 18-20, Κυψέλη/www.choratheater.gr, www.coyot.gr.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

08
Φεβ
10

Μάριος Χάκκας – Άπαντα

 

Τελικά όλα και κάπου ανήκω, δικός μου δεν μπόρεσα να υπάρξω ποτέ.

1931 – 1972. Παιδί σε μονόχωρο προσφυγικό πλινθόκτιστο στην Καισαριανή, εθελοντής περίθαλψης στη Γυάρο του 50, δραστήριο μέλος αριστερών ομάδων της Καισαριανής και του Βύρωνα, σύλληψη το 1954 και τετραετής φυλάκιση σε Καλαμάτα και Αίγινα, στρατιωτική θητεία στα κατώτατα (ως μουλαράς), πλασιέ πλαστικών ειδών, εκτύπωση με δικά του έξοδα των πρώτων του συλλογών (ποιήματα και διηγήματα), μετακόμιση στον Βύρωνα, κριτική στάση απέναντι στο Κόμμα και ρήξη, καρκίνος από το 1969, ταξίδια στην Ευρώπη σαν κρυφτό απ’ τον θάνατο, το νοσοκομείο σαν δεύτερη φυλακή, ήττα στην άγρια του μάχη το 1972. Η έκδοση περιλαμβάνει οτιδήποτε έγραψε: διηγήματα (από τις συλλογές Τυφεκιοφόρος του εχθρού, Ο μπιντές, Το κοινόβιο), ποιήματα, (τρία) θεατρικά μονόπρακτα, μέρος από τα «κατάλοιπά» του (δημοσιευμένα στο περιοδικό Αντί).

Το τίμημα της επιλογής και της ιδεολογίας ήταν αμείλικτο και το αποδέχτηκε πλήρως. Μόνο που ο Χάκκας υπήρξε κριτής και κριτικός ακόμα κι εκείνης – κι αυτή είναι η μεγαλύτερη μοναξιά. Δεν μάσησε να βρίσκεται απέναντι σε όλους. Στην φυλακή διπλά φυλακισμένος καθότι απομονωμένος ως αιρετικός ακόμα κι από τους συγκρατούμενος και συναγωνιστές «με εντολή της καθοδήγησης». Στην κοινωνία απέναντι στον Νέο Μικροαστισμό και τον Θλιβερό Καταναλωτισμό. Στον εαυτό του, αγωνιζόμενος να παραμείνει συνεπής στις αρχές του, χωρίς να παραπετάξει την ατομικότητά του. Να πάψεις να μοιρολογείς, να βγεις πάνω από το μάταιο, να το υποτάξεις./Να μην πληγεί ο άνθρωπος από μια γελοία ασθένεια που λέγεται απογοήτευση.

Η ασθένεια τον βρίσκει στη μέση των κειμένων του Μπιντέ κι εκεί γίνεται η μεγάλη στροφή: από τον ρεαλισμό χυμάει σε γραφή πρωτοπρόσωπη, επιθετική, απροκάλυπτη, χύμα, εξομολογητική, σχεδόν λαχανιαστή, άναρχη και αναρχική, αφαιρετική, υπαρξιακή, σουρεαλιστική. Άλλωστε το γράψιμο ήταν «το μόνο όπλο που του μένει απέναντι στον θάνατο. Μια γραφή – παράταση που μπορεί να του κερδίσει χρόνο ζωής» έγραψε ο Παύλος Α. Ζάννας. Θυμωμένη που δεν έχει κι άλλο χρόνο να γράψει κι άλλα βιβλία, να πηδήξει κι άλλες γυναίκες.

Το Κοινόβιο κυκλοφόρησε την επομένη του θανάτου του – η Νανά Καλιανέση του Κέδρου σπίνταρε την έκδοση, του πήγαινε εξώφυλλα και διορθώσεις, με μάσκα του οξυγόνου εκείνος έμαθε τηλεφωνικά την έκδοση, δεν πρόλαβε να το δει. Είχε όμως ήδη κάνει λογοτεχνία τον θάνατο (του), είχε μιλήσει με το σώμα του, ακόμα και με την ασθένειά του: Το ξέρω, δε γλιτώνω με τίποτα. Όχι που λένε να σταματήσω το κάπνισμα, μια λεπτομέρεια στις δυνάμεις που με σπρώχνουν προς το χαμό. Ανέκαθεν κάτι με πήγαινε στο χειρότερο, και τώρα που φούντωσε πια το κακό, δεν είναι να γίνω, στο κάτω κάτω δε θέλω να γίνω καλά, ας πούμε πως μ’ αρέσει το στήθος μου να βράζει τσουκάλι, ένα γατάκι που τονθορύζει στην αγκαλιά μου, μια συντροφιά μέσα στη νύχτα κι όταν ξυπνάω με παραστέκει.

Όταν το μέλλον στενεύει, το παρόν διευρύνεται –τώρα θα γίνουν όλα. Αυτός ο άνθρωπος επιτάχυνε τις γραφές του, για να ξανακερδίσει τον χαμένο χρόνο της φυλακής και του στρατού πρώτα, να προλάβει το θάνατο μετά. Κουρασμένος, πανικόβλητος και καταταλαιπωρημένος αλλά διαυγής όσο ποτέ πνευματικά, συνέχισε να ανεβαίνει με την γυναίκα του στον Υμηττό και στη Μονή Αστερίου, κουβαλώντας την πολυθρόνα του, για να βλέπει και να γράφει… Από δω πάνω έχω μια τέτοια οπτική γωνία της ζωής, που έρχονται και με κατακλύζουν φράσεις πανέτοιμες, νοήματα αστραφτερά, κι αυτό διαρκεί για καιρό, μέρες, μήνες σε οργασμό, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να γράφω, χαλούν τα πλήκτρα της μηχανής, φθείρεται η ταινία, τελειώνει το χαρτί κι εγώ ακόμα δεν έχω αρχίσει, δεν έχω πει ούτε το ένα εκατοστό από κείνα που στριμώχνονται μέσα μου.

Μένω με την ονειρική επιθυμία του προς το τέλος: Να στήσουμε ένα ιδιόρρυθμο κοινόβιο…Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα…Να το έχουν υπόψη τους όσοι θα οικοδομήσουν στο μέλλον κοινόβια, έστω και στο φεγγάρι, τους αρχηγούς απ’ το ποδάρι σαβουρντιστούς μες τον κρατήρα…Εμείς μπορεί να μην καταφέραμε μεγάλα πράγματα στη ζωή μας, όμως γεμίσαμε φίλους…Από κει και η σκέψη για το κοινόβιο: Να μαζευτούμε για να χορτάσει ο ένας τον άλλον.

Εκδ. Κέδρος, 1978, 4η έκδ. συμπληρωμένη 2008, με εικόνες του Τάκη Σιδέρη και χρονολόγιο, 628 σελ.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.
07
Φεβ
10

Λογοτεχνείο, αρ. 49

 

Λεονόρα Κάρινγκτον – Η πέτρινη πόρτα, εκδ. Αιγόκερως, 1982, μτφ. Νατάσα Χατζιδάκι, σ. 35 – 36 (Leonora Carrington, The Stone Door, 1976).

Το όνειρο μου άφησε μια τέτοια αίσθηση απώλειας, που κατάλαβα πως η ζωή μόνο στον ύπνο μπορεί πραγματικά να βιωθεί. Απασχολήσεις όπως πλύσιμο, ντύσιμο, φαγητό και συζητήσεις μού φαίνονταν τόσο επίπονες, ώστε κι ο ήλιος νόμιζα πως ήταν ακίνητος στην τροχιά του. (…)

Όταν είδα φως στις λάμπες του δρόμου, πήγα στο κρεβάτι μου και σε πολύ λίγο χρόνο βρέθηκα πίσω στη Μεσοποταμία. Στεκόμουν όρθια στην κορυφή ενός λόφο και, ρίχνοντας μια ματιά πίσω κατά μήκος του δρόμου, είδα πάλι την πόλη, με τους τάφους να διακρίνονται καθαρά σε απόσταση. Μπροστά μου ο δρόμος συνεχιζόταν σαν μια σκονισμένη κορδέλα, που τα όριά της σημαδεύονταν από σωρούς σπασμένων αγαλμάτων, ανάκατα με πράγματα και αντικείμενα χωρίς αξία, όπως μερικώς ξετυλιγμένες μούμιες σε διάφορα στάδια παραμόρφωσης, ζωγραφισμένα τραπέζια με αλφάβητα όλων των γνωστών και άγνωστων γλωσσών, βιβλία και πάπυροι απολιθωμένοι στη διάρκεια σπασμωδικών χειρονομιών των αναγνωστών τους, παλιά παπούτσια, σανδάλια και μπότες και μερικές στοίβες δοχείων και κάδων, υδρίες και πιάτα ολόκληρα ή σε κομμάτια.
Καθώς προχωρούσα κατά μήκος του δρόμου εξέταζα αυτές τις πλούσιες στοίβες σκουπιδιών, σταματώντας πότε-πότε για ξεσκάλισμα, αν κάτι τραβούσε το μάτι μου. Το πετούσα στο σάκο μου, αν μου άρεσε.

Στην Μαρία Φακίνου

05
Φεβ
10

Νόρμαν Μανέα – Περί γελωτοποιών. Ο δικτάτορας και ο καλλιτέχνης

 

Ο Ρουμανοεβραίος συγγραφέας (Μπουκοβίνα, 1936) έφτασε πρόσφυγας στη Δύση με διακαή πόθο να μιλήσει για την ζωή υπό την ρουμανική δικτατορία αλλά συνάντησε απροθυμία: το θέμα ήταν ήδη κορεσμένο, ενώ η δυτική κοινωνία εξελάμβανε την κατάρρευση του αντίπαλους δέους ως την δική της νομιμοποίηση. Έτσι η εξορία του εκτός από το γλωσσικό σοκ, έμοιαζε με άλμα στο κενό. Τώρα πώς θα μιλούσε για εκείνη τη δικτατορία – μείγμα βαναυσότητας, δημαγωγίας και φάρσας, μια φυλακή με κρατικά και ιδιωτικά κελιά και δεσμοφύλακες τους συνανθρώπους του;

Έπρεπε να ξεχάσει το βαθύ σκοτάδι στο δρόμο, το κρύο στα σπίτια, τις ατέλειωτες ουρές για την προμήθεια των στοιχειωδών, την θέα του ίδιου προσώπου σε όλους τους τοίχους και σε όλους τους χώρους, την κρατικοποίηση του χρόνου; Τα σπίτια – προσωπικά κλουβιά, τις δυο ώρες καθημερινής φρίκης στην τηλεόραση με τους άθλους του προεδρικού ζεύγους; Το να σταματάς να βλέπεις τους φίλους σου γιατί δεν έχει λεωφορεία, να μην έχεις να προσφέρεις κάτι στους επισκέπτες σου, να μην αντέχεις τις ρυτίδες της ήττας στους αγαπημένους σου; Ένας συγγραφέας επιπρόσθετα είχε να αντιμετωπίσει μια τρομοκρατημένη και υστερική λογοκρισία, την σαδιστική εκ μέρους των αρχών συντήρηση της αβεβαιότητας και της αναμονής της έγκρισης – που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ανασταλεί, τον βλακώδη φόβο και τον ύπουλο σαδισμό των υπαλλήλων με αρμοδιότητες πολιτισμού. Οι λογοτέχνες ασκούνταν στην «κωδικοποιημένη» επικοινωνία, σ’ ένα ολόκληρο «σημειολογικό» σύστημα για μυημένους. Εκεί αναζητούσε ο αναγνώστης ό, τι δεν έβρισκε στις εφημερίδες και στα εγχειρίδια. Και ο απλός κόσμος; Στους περισσότερους η αρχική αποθάρρυνση μετατρεπόταν σε παθητική αποδοχή και κατόπιν σε υποταγή. Οι συμβιβασμοί δημιουργούσαν συναίσθημα συνενοχής, η ψυχολογία καταρρακωνόταν.

Όμως αφού κανείς δεν θέλησε να ακούσει τις σκέψεις και συμπεράσματα του Μανέα από μια τέτοια εμπειρία, δεν έμενε παρά να τα περάσει σε αυτή τη σειρά των εξαιρετικών δοκιμίων της συλλογής. Εδώ περιλαμβάνονται κείμενα για την εξορία, την σχέση μεταξύ συγγραφέα, εξουσίας και των «όχι και τόσο αθώων» καταπιεσμένων μαζών αλλά και για τις αλησμόνητες κομματικές εκδηλώσεις με τους εντεταλμένους «λογοτέχνες» του κράτους, την εισήγηση του λογοκριτή για το μυθιστόρημά του Ο Μαύρος Φακέλος (: καφκική αλληγορία για την ζωή επί Τσαουσέσκου), την ταλαιπωρία που υπέστη εξαιτίας μιας συνέντευξης του ’81, την ατέρμονη μαθητεία του να ζει κανείς αλώβητος υπό τέτοιες συνθήκες.

Σήμερα ο Μανέα διδάσκει λογοτεχνία των Ανατολικών Χωρών σε Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, νοιώθοντας «ξένος» φυσικά και στις ΗΠΑ. Ποτέ δεν έγινε μέλος του κόμματος ή αντιφρονών με την τρέχουσα σημασία, δεν αποκάλεσε ποτέ και κανέναν «σύντροφο», ούτε και έχασε το χιούμορ του μπροστά στο «απεριόριστο της απόγνωσης».

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Βίκτωρ Ιβάνοβις, 344 σελ. (Norman Manea, Despre clovni: dictatorul şi artistul, 1997).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

04
Φεβ
10

Massive Attack – Heligoland (Virgin, 2010)

 

Και συνεχίζοντας στο ανασκο(λο)πικό μας παραλήρημα για τα ονόματα που συνεχίζουν να επιβάλλονται όχι πια στα ραδιόφωνα αλλά, χειρότερα, στις συνειδήσεις μας (που όπως ορθώς έγραψε ο άγνωστός μου και αξιαν-άγνωστος Seagazing – που παίρνοντας τη σκυτάλη συγκάλεσε έκτακτη ιστολογιακή σχολιοσύσκεψη, με τη γνωμοδότηση και του Larry Gus – πρέπει κάποτε να συμπεριλάβει και την εγχώρια και καλογλυφόμενη των free press ελληνική σκηνή), και που δεν επιτρέπεται να μην σου αρέσουν, που απαγορεύεται να μην συν-ενθουσιαστείς με τον υπόλοιπο κόσμο (που λειτουργεί όπως οι διαφημίσεις των κινητών, τρέχουν όλοι μαζί ευτυχισμένοι, μάλλον επειδή τρέχει κι ο διπλανός, αλλά προφανώς μόνοι)….

…και περιμένοντας ν’ αρχίσουν όλοι να μιλάνε για την επιστροφή των επιστροφών, χωρίς κανείς να συγκρίνει το τότε και το τώρα, το τι έβγαλαν κάποτε οι M.A. (έστω και στην υπερεκτιμημένη του πρόσληψη) και τι προσδοκίες και απαιτήσεις προκαλεί αυτό, χωρίς κανείς να μπει στον πειρασμό να σκεφτεί πώς θα αντιμετώπιζε αυτόν τον δίσκο αν είχε άλλη ετικέτα πάνω του…

Δηλαδή, για να καταλάβω, αυτά τα τραγούδια γράφτηκαν ύστερα από επταετή αγρανάπαυση μετά το Εκατοστό Παράθυρο – χωρίς να υπολογίζονται, εννοείται, τα κινηματογραφήματα; Ο μόνος που βγάζει εδώ το κεφάλι του απ’ αυτό το τυχάρπαστο συνονθύλευμα είναι ο Horace Andy, παλιά καραβάνα των άλλοτε Μαστίφ Μάσιβ, τότε που με την θερμαινόμενη φωνή του ήξερε να ζεματάει τις ψύχρες της ρυθμ σέξιον. Δεν ξέρω αν οι συνθέσεις γράφτηκαν για τη φωνή του ή αν ο ίδιος τσίμπησε δικαιωματικά τις μόνες άξιες, αλλά τα Splitting The Atom και Girl I Love You είναι τα μόνα άξια λόγου κομμάτια. Το πρώτο βέβαια μοιάζει Yello μιας άλλης εποχής – α ρε Αιώνιοι Ελβετοί τι σπουδαία πράγματα κάνατε τότε – ενώ το δεύτερο έστω δίνει έναν ορισμό του δυσοίωνου M.A. ερωτοτράγουδου. Τα άλλα δυο κομμάτια που παίρνει πάνω του ο 3D, και περισσότερο το Atlas Air αναγνωρίζονται ως ορθολογικά massive μασήματα. Αλλά αυτές οι 90ς τεχνικές, σήμερα ειδικά με τα προχωρήματα του συγκεκριμένου ιδιώματος είναι ό,τι περιμένει κανείς από τους Massive του 2010;

Η Martina Topley Bird ισοπεδώνει οδοστρωτηριακώς δυο συνθέσεις (το Babel που παίζει σ’ έναν χιλιοπατημένο Warp δάπεδο, το Psyche σε ακόμα πιο παρωχημένες φόρμες) οκ, είναι του σιναφιού κι άντε να της πεις δεν παίζεις σήμερα, αλλά αδυνατεί να μαυρίσει τις συνθέσεις, ούτε καν λίγη κάπνα να ρίξει, δεν είναι ούτε η Sarah ούτε Nicolette (αν και για να πω την αλήθεια, πάντα ονειρευόμουν μια λεύκα τύπου Elen Allien στο γυναικείο κάθισμα της μπάντας). Τόσο δύσκολο είναι να βρεθεί ένα αδαμάντινο μαυρολάρυγγο; Αν ναι, αφιέρωσε 5 μήνες στο επταετές σου πλάνο και ψάξτο.

Ο Guy Garvey των Elbow μάλλον θα έπρεπε να κρατήσει το κομμάτι για δικό τους δίσκο, καλώντας αντίστροφα τους δυο φίλους του ως guests, ενώ η Hope Sandoval αφού ξύπνησε από καμιά εκατοντάδα κομματιών όπου νυσταλεούσε και της κατέβηκε εδώ ν’ ανέβει λίγο πάνω στο ρυθμό, έπεσε πάνω σε ένα David Lynch κλίμα (εξ ου και οι υπόγειες συνδέσεις της σύνθεσης με Danger Mouse ως Λυντσόβιο επενδυτή κι ως παραγωγό του Blue God της Martina). Καμιά ελπίδα, Ελπίδα μου, αργά θυμήθηκες ν’ αλλάξεις.

Δεν είναι κάθε μέρα Κυριακή – άλλωστε αυτοί εδώ ενδιαφέρονται περισσότερο για ένα βαρετό Σάββατο: το Saturday comes slow είναι που είναι αδιάφορη σύνθεση, γίνεται ακόμα πιο μηδενική με την φλατ φωνή του Damon Albarn. Τι δημόσιες σχέσεις έχει αυτός ο τύπος που τον καλούν κάθε λίγο και λιγάκι σε ηχηρές συμμετοχές (εξαργυρώνοντας έτσι και την προσωπική του τεμπελχανεία του όσον αφορά δικές του εκδόσεις); Στο ίδιο κλίμα το εναρκτήριο του TV-On-The-Radio Tunde Adebimpe. Την επόμενη φορά μόνοι σας παιδιά, αρκείτε και παραρκείτε. Τέρμα με τους σελεμπριτάδες! Έδωσα όχι 5 αλλά 25 βαθιές ακροάσεις του Heligoland και τίποτα δεν άλλαξε. Ας πάρουμε τον Horace Andy αγκαζέ κι ας φύγουμε από δω μέσα το γρηγορότερο.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

03
Φεβ
10

Μαργιάν Σατραπί – Κεντήματα

 

Η Σατραπί (1969, Ραστ, Ιράν) έχει μετοικήσει στην Γαλλία από το 1994 όπου ζει μέχρι σήμερα, αλλά είναι πολύ περισσότερο Ιρανή από τους εκεί φύλακες της ηθικής, εφόσον δίνει φωνή σε όλους όσους αδυνατούν να μιλήσουν και να ζήσουν ελεύθερα στην τερατώδη θεοκρατία που τους επιβλήθηκε, κοινώς εκφράζει απείρως περισσότερους συμπατριώτες της. Εισαγμένη στον χώρο των κόμικς από τον Γάλλο κομικίστα David B., τα ασκεί μαζί με την ζωγραφική και την γραφή κι έχει γίνει πλανητική δημιουργός, προσφέροντας τις συνεργασίες της με έντυπα και περιοδικά ανά τον κόσμο.

Μετά από την πλήρη εικόνα της δημόσιας ζωής που κομικοτέχνησε στα κορυφαία Περσέπολις 1 και 2 σειρά παίρνει η εντός των τοίχων ιδιωτικότητα των γυναικών: εννιά γυναίκες από τρεις γενιές σε ένα σπίτι μια μέρα του 1990 σε διαλογικό κύκλο, με συντονίστρια την οπιομανή, τριπλοπαντρεμένη και πάνσοφη γιαγιά, συζητούν οτιδήποτε τις καίει: έρωτας δοσμένος και σεξ το άγνωστον, γάμος «ιερός» και ψεύτικος, προσωπική ζωή και υποκρισία, παρθενία και παρθενορραφές – ιδού μια άλλη εκδοχή του «κεντήματος», πέρα από την οικεία οικιακή χειροτεχνία.

Οι απίστευτες ιστορίες που ανταλλάσσονται συνθέτουν όλες μαζί έναν οδηγό επιβίωσης σε μια κοινωνία ψευτοηθική, κομπλεξική, μισογυνική και ανδρο-μονομανιακή. Όμως καμία αίσθηση κατάθλιψης δεν εισχωρεί εδώ: το χιούμορ είναι ασεβές, ο κυνισμός τρυφερός και η αίσθηση μαυροκωμική. Η Σατράπι σκιτσάρει τις ηρωίδες της με ιδιαίτερη θεατρικότητα σε βλέμματα, εκφράσεις, κινήσεις, ορθοστασίες και μιμήσεις – διόλου τυχαία η ομάδα «Θείες» το ανέβασαν σε θεατρικό φεστιβάλ πέρσι στο Θέατρο επί Κολωνώ.

Το έγραψαν ο Κούντερα, ο Μανέα και τόσοι άλλοι: υπάρχει πάντα μια κωμική πλευρά στα καθεστώτα του ολοκληρωτισμού. Που σίγουρα δεν αναιρεί την τραγικότητα της καθημερινής του ζωής, αλλά προσφέρει αναγκαίες αναπνοές στο μυαλό, που άλλωστε ποτέ δεν περιορίζεται, όπως ποτέ δεν φυλακίζεται το εσωτερικό του κάθε ανθρώπου. Θα έπρεπε αυτό το βιβλίο να διανεμηθεί σ’ όλα τα σπίτια των απανταχού μουλα(ρα)δων για να δουν το φως το αληθινό, κοινώς τη φωτεινή αλήθεια.

Πριν είχα μικρό στήθος και μεγάλο κώλο. Μάλιστα κυρίες μου, πήγα και μου έβγαλαν το λίπος από εδώ και το έβαλαν εδώ. Τώρα έχω μεγάλο στήθος και μικρό κώλο. Πού να ξέρει κι αυτός ο ηλίθιος πως όποτε φιλάει το στήθος μου φιλάει τον κώλο μου.

Εκδόσεις Ηλίβατον, 2008, μτφ. Γεωργία Τσάκωνα, [Οικολογικό Αναγνωστήριο, 4], 138 σελ. (Marjane Satrapi, Broderies (Embroideries), 2003).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

01
Φεβ
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 24. Νίκος Βλαντής

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάμεσα στους συγγραφείς αναπτύσσονται εκλεκτικές συγγένειες, και τους συγγενείς του, ως γνωστόν, ουδείς τους επιλέγει. Αν έπρεπε να φτιάξω μια λίστα με διαχρονικούς συγγραφείς, αυτή θα συμπεριλάμβανε, σχεδόν αποκλειστικά, τους συγγραφείς της Ουτοπίας: Πλάτων, Τόμας Μουρ, Τομάζο Καμπανέλα, Φράνσις Μπέικον, Ετιέν Καμπέ, Τέοντορ Χέρτσκα, Ουίλλιαμ Μόρρις… Για συγχρόνους μου, δεν ξέρω. Νιώθω όλο και λιγότερο δέσμιος του αιώνα μου.

 Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.

Ο Οδυσσέας, ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες και το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Η απάντηση αποκλείει de facto σύγχρονα βιβλία× κατά τη γνώμη μου, εκεί, γύρω στον μεσοπόλεμο, και με τη συνεπικουρία των Τζόυς, Μούζιλ και Προυστ, η τέχνη του μυθιστορήματος φτάνει στο τέλος της, δηλαδή στην εντελέχειά της.

 Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θαύμασα το έργο δύο συγγραφέων, που ανέδειξαν την τέχνη του διηγήματος ως αυτόνομο είδος, και διακριτό από το μυθιστόρημα ή την ολιγοσέλιδη ιστορία: του Άντον Τσέχοφ και του Ρέημοντ Κάρβερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αρκετών συγχρόνων συγγραφέων η πορεία με γοητεύει και περιμένω με ισχυρό ενδιαφέρον την εξέλιξη του έργου τους, κάτι που μου φαίνεται συναρπαστικό, γιατί δεν έχω την ίδια πολυτέλεια με τους αγαπημένους μου (πεθαμένους) συγγραφείς να τους παρακολουθήσω επί το έργον.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δεν έχω αγαπημένους ήρωες αλλά ήρωες που με έχουν στοιχειώσει: τον Μπάρτλεμπυ τον γραφιά, τους αδελφούς Καραμαζόφ, τον Μερσώ…. Παραπέμπω τον ενδιαφερόμενο στο τελευταίο μου βιβλίο με τίτλο «Λήθη», όπου ζωντανεύει ένα σύμπαν αυτών (και άλλων) χαρακτήρων.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Όχι, διότι οι ήρωές μου συνήθως αποτελούν σκιές του εαυτού μου, όψεις της ζωής που άφησα πίσω μου, δεσμευτικά πεπρωμένα που αποτίναξα, μονοπάτια που χάραξα για να μην τα περπατήσω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι, συνήθως γράφω στο σπίτι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πιστεύω στον προφητικό οραματισμό, την τέχνη που ασκούσαν συγγραφείς όπως ο Δάντης ή ο Ουίλλιαμ Μπλέικ. Γράφω ένα βιβλίο μόνο όταν διακρίνω μια δίοδο ανάμεσα στο φυσικό και το μεταφυσικό× με την ελπίδα να την περάσω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Τελευταία, αισθάνομαι κορεσμένος από τη μουσική. Αναζητώ νέα ακούσματα× εις μάτην.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Έγραψα τον Αλκιβιάδη Δεσμώτη περιγράφοντας μια σιωπηλή επανάσταση που θα ’φερνε το τέλος του καπιταλισμού και της οικολογικής/ πολιτισμικής του κρίσης και θέλησα όσο τίποτε άλλο μέχρι τότε στη ζωή μου να εκδοθεί, πιστεύοντας ακράδαντα πως η επανάσταση που περιέγραφε θα συνέβαινε. Δε συνέβη.

Έγραψα το Writersland, Το νησί των συγγραφέων γιατί το τέλος του Αλκιβιάδη Δεσμώτη – η Ουτοπία μετατράπηκε σε Δυστοπία – με γέμισε απόγνωση, και θέλησα να εξερευνήσω μια καλύτερη συνθήκη για τη δυτική ανθρωπότητα. Ψηλάφισα τον 22ο αιώνα.

Έγραψα τον Μπάρτλεμπυ τον κομπιουτερά από δέος για τον Μπάρτλεμπυ τον γραφιά του Χέρμαν Μέλβιλλ. Μου φάνηκε συναρπαστικό να ξαναγράψω/ αντιγράψω/ εκσυγχρονίσω το βιβλίο του, άλλωστε κι ο ήρωάς του αντιγραφέας ήτανε.

Έγραψα το Greek Psycho γιατί αισθάνθηκα πάρα πολύ θυμωμένος με αυτήν εδώ τη χώρα, το διάστημα της προ-ολυμπιακής ευφορίας× μου πέρασε.

Έγραψα τη Λήθη επειδή ονειρεύτηκα πως βρέθηκα σε μια λίθινη ορεινή πολιτεία όπου ζούσαν μυθιστορηματικοί ήρωες, και θέλησα να μάθω τι σήμαινε αυτό το όνειρο. Τελικά έμαθα.

Δεν έχω αγαπημένο βιβλίο× ούτε κρατώ αντίτυπα των βιβλίων μου. Τ’ αγαπάω, αλλά σαν μέρη στα οποία δεν θα ξαναπάω, ανθρώπους που δεν θα ξανασυναντήσω, ηλικίες που δεν θα ξαναζήσω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; 

Το έχω ήδη κάνει (βλ. ερώτηση για τους αγαπημένους ήρωες).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω βιβλία που με βοηθούν να στηρίξω το βιβλίο που γράφω.

Τι γράφετε τώρα; 

Ολοκληρώνω ένα δοκίμιο με φιλοσοφικές αναφορές και θέμα τη σχέση των μελλοντολογικών μου οραμάτων με την πραγματικότητα× τη σημερινή και την προδιαγραφόμενη ιστορική συνθήκη της Δύσης.

Πώς βιοπορίζεστε; 

Ασχολούμαι αποκλειστικά με το Μαγικό Κουτί.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Αποφεύγω την ενασχόληση με τη λογοτεχνική κριτική, εννοώ να υπογράφω κριτικές αποτιμήσεις σύγχρονων βιβλίων, αν και, ενίοτε καταλύω αυτόν τον κανόνα για να γράψω ή να μιλήσω για βιβλία συγχρόνων μου που νιώθω πως αξίζει να προσεχτούν. Πρόσφατα, ανέλαβα τη συντακτική επιμέλεια ενός νέου περιοδικού για το βιβλίο που βγήκε από το Μαγικό Κουτί, της Litteraterra. Όλη μου η ενεργητικότητα κατευθύνεται πια στο Μαγικό Κουτί κι όσο για το γράψιμο, μέσα από την εμπειρία αυτήν τη συναρπαστική της έκδοσης βιβλίων, είναι που αναζητώ το επόμενο βιβλίο μου.

Δημιουργήσατε τον εκδοτικό οίκο Μαγικό Κουτί, με ιδιαίτερες εκδόσεις. Ποιες επιθυμίες επικράτησαν εδώ; Ποιους συγγραφείς ή έργα θα θέλατε την τρέχουσα στιγμή να εκδώσετε;

Μέσα από το Μαγικό Κουτί ξεθάβονται βιβλία που με βοηθούν να επαναπροσδιορίσω τις πολιτισμικές μου συντεταγμένες× αυτές που έχω κληρονομήσει ως άνθρωπος της εποχής μου. Η επιθυμία μου ήταν (ανέκαθεν) η γνώση του Κόσμου× με το Μαγικό Κουτί, ανακάλυψα πως, εκδίδοντας βιβλία, τη βιώνεις, την αποκτάς, την ενσαρκώνεις, ακόμη κι αν δεν τα έχεις γράψει εσύ. Δεν έχω/ έχουμε επιθυμίες, στο Μαγικό Κουτί, να εκδώσουμε συγκεκριμένους συγγραφείς. Αναζητούμε και εξερευνούμε το μαγικό στοιχείο (υπό την έννοια της χαράς της παιδικής ηλικίας, ή/ και της δύναμης να μεταμορφώνουμε την πραγματικότητα με βάση τις επιθυμίες μας) μέσα από τη λογοτεχνία× και κυρίως, μέσα από τη διαπραγμάτευση της δυτικής λογοτεχνικής κληρονομιάς. Σ’ αυτήν την αναζήτηση, ανακαλύπτουμε ενίοτε συνοδοιπόρους× ζώντες ή νεκρούς. Συμπορευόμαστε για λίγο, και μετά συνεχίζουμε ο καθένας το ταξίδι του.

Διατηρείτε παιγνιώδη ιστοσελίδα. Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ιστοσελίδα έχω από το 2000. Μέσω αυτής, μου έχουν απευθυνθεί αναγνώστες.

Δημοσίευση και εδώ.

31
Ιαν
10

Λογοτεχνείο, αρ. 48

 

Νάσος Θεοφίλου, Αναμνηστική ιστορία, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 3 (Νοέμβριος 1982), σ. 280.

Σ’ ένα ξέφωτο της αγοράς, έξω από κάτι κλειστές αποθήκες, είδαν συγκεντρωμένο κόσμο και πλησίασαν μαζί με τους περίεργους που έτρεχαν προς τα κει. Με δυσκολία κατάφεραν να διαπεράσουν τον κλοιό των θεατών που παρακολουθούσαν την υπαίθρια παράσταση ενός ταχυδακτυλουργού. Εκείνη τη στιγμή, μόλις είχε βγάλει απ’ το ημίψηλο καπέλο του έναν δικέφαλο αετό που φτεροκοπούσε απεγνωσμένα, καθώς τον κρατούσε από τα πόδια με υψωμένο το χέρι του. Ψιθύρισε κάτι μεθυσμένα λόγια σα κρυπτογραφημένες προσευχές και το πτηνό εξαφανίστηκε, αφήνοντας μέσα στο χέρι του ένα μεγάλο σοκολατένιο αυγό. Ύστερα, μέσα σε ζητωκραυγές, έβγαλε απ’ το ημίψηλο μία μία τις σημαίες όλων των ευρωπαϊκών χωρών, τις πέταξε με δύναμη στον αέρα, κι όπως έπεφταν πάνω απ’ τα κεφάλια των κατάπληκτων θεατών, κομματιάστηκαν σε χιλιάδες προκηρύξεις από αρωματικά, πολύχρωμα χαρτομάντιλα. Έκανε ακόμα ένα δυο νούμερα και στο τέλος, αφού ευχαρίστησε τον κόσμο, έβγαλε δίσκο κι άρχισε να μαζεύει τα κέρματα που έριχναν οι θεατές, σα νεωκόρος μπροστά στο εκκλησίασμα.

Στον Νίκο Βλαντή

 

29
Ιαν
10

Fuck Buttons – Tarot Sport (ATP Recordings, 2009)

 

… ή με άλλα λόγια, εκτόξευση στους αιθέρες και πάλι πίσω, με σκάφος πλήρως καλωδιωμένο και αεροηχητικό. Κυβερνήτες στην δεύτερη τροχιά τους οι Andy Hung και Benjamin John Power. Όσοι πήραν είδηση την πρώτη καταιγιστική πτήση του 2008άρικου Street Horrrsing είχαν ήδη υποσημειώσει την τάση για οργανικά ντελίρια, εντελώς μέσα σε ηλεκτρονικά καλώδια και οξείς ψηφιακούς τροπισμούς. Αυτή τη φορά οι στροφές σε γωνίες θα αποφεύγονται για πιθανές συγκρούσεις (σε ανίες ή επαναλήψεις), οι κιθάρες μπαίνουν στα θηκάρια τους, το ταμπλό αυτή τη φορά έχει σχεδόν μόνο πλήκτρα. Οι διαδρομές θα είναι κυκλικές και υπερταχείες. Και μελωδικότερες.

Απογειωνόμαστε. Surf Solar: βιομηχανίζων ήχος με ποπ ψυχή και εθιστική επαναληπτικότητα. Rough Steez: μια ματιά προς την φυσούνα της απογείωσης, ατσάλινος ήχος, σχεδόν industrial. Ανάγλυφη η μεταβολή στο The Lisbon Maru: σαν να κάνουν οι μηχανές slow down και να μένει ο απόηχος, σαν αιθέρας καπνού μέσα σε περιβαλλοντικό (ambient) φόντο να σε ανεβάσει σε άλλα, γλυκύτερα ύψη. Εκεί πάνω, ξεκινάει νέα εμβατηριακή πτήση που είναι αδιάφορο πόσο στάσιμη μένει: αρκεί να πετάς. Ίσως σε άλλη περίπτωση το Olympians να ακουγόταν δακρύβρεχτο, όμως τώρα, στο τέταρτο σκαλί προς τους αιθέρες μετατρέπει την ψευδο-ηρωική του μανιέρα σε υμνικό έπος. Μόνο που σε τέτοια ύψη έρχεται το ρίγος, συνεπώς μετά την ευφορία έρχεται η αφύπνιση με την νέα μηχανολογική κατατομή του Phantom Limb ως τεστ αντοχής. Τα ικάρια φτερά πρέπει να λιώσουν εδώ. Αλλά προτού πέσουμε, μια χαμηλότερη πτήση με την μάλλον πιο σαουντρακική σύνθεση του δίσκου με μια ιδέα συνεχούς ανολοκλήρωτης έναρξης (Space Mountain) και μια τελευταία ανύψωση, όπου οι ψηφιαστές τρέχουν πλέον κι ακούγονται σαν παραμορφωτικές κιθάρες (Flight of the Feathered Serpent).

Πίσω στη γη ξανά. Τερματικός της κυκλικότατης, χωρίς την παραμικρή ανατάραξη τροχιάς, προφανώς βασισμένης σε τετραγωνισμένη ρυθμολογία και αλλεπάλληλες στρώσεις ιδεών, που αλλάζουν ανεπαίσθητα ή μη ένα κομμάτι σε δυο μισά ή τρία τρίτα. Ποιος είναι ο μηχανολόγος μηχανικός του οχήματος; Μας λέει τίποτα το όνομα Andrew Weatherall; Weatherall…. Weatherall…μπα…. Τα υπόλοιπα φιλολογικά του ντουέτου για ταρώ αθλήσεις ακούγονται βερεσέ. Δεν χρειάζεται κάθε φορά η ηλεκτρονική μουσική να έχει σωρείες νοημάτων ούτε έχει ανάγκη όλη αυτή την – καθόλου πειστική – θεωρητική νομιμοποίηση. Ένα προτελευταίο συζητήσιμο θέμα: το μάκρος των συνθέσεων. Δικαιολογείται. Ένα τελευταίο συζητήσιμο θέμα: ο αριθμός των κομματιών. Δεν δικαιολογείται.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




 

Φεβρουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728

Blog Stats

  • 54,192 hits

E-mail: Lambrossss – at – gmail.com

Σελίδες