22
Νοε
09

Λογοτεχνείο, αρ. 41

 

Λίντια Ζορζ, Ο κήπος δίχως όρια, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, σ. 25 (Lídia Jorge, O jardim sem limites, 1995).

Το είπα ήδη: οι θόρυβοι του περιγύρου έφταναν τώρα στ’ αφτιά μου με το ρυθμό της γραφομηχανής πάνω από την οποία δούλευα με τις ώρες. Έκλεινα τα μάτια μου και ο ήχος που προερχόταν από τα γύρω ραδιόφωνα, όπως και καθετί άλλο, μετατρεπόταν σ’ ένα αδιάκοπο κλαπ, κλαπ, που χοροπηδούσε ανάμεσα στη μεταλλική γραφομηχανή και την τάβλα. Οι φωνές από το δρόμο μεταμορφωνόταν κι αυτές σε ρυθμικά, πηδηχτά χτυπήματα, ανάλογα με την αρχική τους ένταση. Οι φωνές επίσης των ενοίκων που μιλούσαν χαμηλόφωνα όπως ο Οσβάλντο, μετασχηματίζονταν από τη Ρέμινγκτον σε έναν ήχο που θύμιζε γεωργική ή θαλάσσια μηχανή, κάτι σαν τρακτέρ ή βαπορίσια μηχανή. Πάντως, εγώ δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί και πώς συνέβαινε αυτό, κυρίως επειδή τα πλήκτρα που δημιουργούσαν στη φαντασία μου εκείνο το ρυθμικό κλαπ, κλαπ, έγραφαν συγχρόνως και τα γράμματά που με τη σειρά τους δημιουργούσαν το σώμα μιας ιδέας. Έγραφα υπό την καθοδήγηση ενός θορύβου που έμοιαζε με ποδοβολητό ψυχής, με τον καλπασμό ενός μύχιου αλόγου∙ λες και οι εικόνες της πραγματικότητας περνούσαν μέσα από τη δακτυλική μνήμη των χεριών.

Στην Αγγέλα Καστρινάκη

20
Νοε
09

Κωστής Καλογρούλης – Προσεγγίσεις στη σύγχρονη αμερικανική πεζογραφία, 1945 – σήμερα

 

Ο μελετητής συγκριτικής λογοτεχνίας, μεταφραστής αλλά και κειμενογράφος των εισαγωγών των νέων εκδόσεων των έργων του Ε. Χέμινγουεϊ (Αθήνα, 1977) είναι εξ αρχής σαφής: αυτή η «άτυπη» σύνοψη κορυφαίων έργων της μεταπολεμικής αμερικανικής πεζογραφίας περιλαμβάνει εκείνα που θαύμασε και τον συγκίνησαν προσωπικά, παράλληλα βέβαια με την αναμφισβήτητη αξία τους. Επιλέγοντας για λόγους αντιπροσωπευτικότητας ένα έργο από κάθε συγγραφέα και μόνο αν παρήγαγε έργο αποκλειστικά σε εκείνη την περίοδο, συμπεριλαμβάνοντας και μερικά αμετάφραστα στη γλώσσα μας, μας προσφέρει ένα περιεκτικότατο πανόραμα 27 υπέροχων βιβλίων. Η εικοσασέλιδη εισαγωγή μας προσφέρει καθαρή εικόνα επιμέρους κεφαλαίων της όλης ιστορίας, όπως ο Μεταμοντερνισμός (από την εμφάνιση της ποπ κουλτούρας και την τάση στο μαύρο χιούμορ ως την metafiction), η Νέα Δημοσιογραφία, το Διήγημα, η Εβραιοαμερικανική πεζογραφία, τα λογοτεχνικά βραβεία, ο αντιήρωας.

Η αυλαία ανοίγει το 1947 με Το Θύμα του Σόλ Μπέλλοου. Αποδέχομαι την όντως δύσκολη επιλογή του δεύτερου βιβλίου του Σ.Μ. αντί άλλων του, καθώς η κυριαρχία της ενοχής και της ευθύνης σε έναν σύγχρονο μοναχικό άνθρωπο, ασχέτως αν έχουν βάση, η συλλογική τους επέκταση αλλά και η αντιστροφή ρόλων θύτη και θύματος σε μια εβραϊκή συνείδηση όντως λογοτέχνησαν ένα ιδιοφυές μυθιστόρημα. Μεταφερόμαστε κατόπιν σε ένα φωτισμένο με … χίλιες λάμπες υπόγειο στο Χάρλεμ απ’ όπου μας μιλά Αφροαμερικανός Ραλφ Έλισον (φωτ.), ο Αόρατος άνθρωπος (1952) του οποίου ήταν κάτι παραπάνω από μια αλληγορία της πορείας της μαύρης φυλής στην Αμερική του 20ού, από το χώμα των αγρών του Νότου στην άσφαλτο των γκέτο: ήταν η ιστορία οποιουδήποτε ανθρώπου αδυνατεί να ενταχθεί σε κάποιο σύστημα αξιών, γραμμένη μάλιστα σαν τζαζ αυτοσχεδιασμός, με ανάμιξη τόσων ειδών και γλωσσών.

Ακολουθούν έργα των Ουίλιαμ Γκάντις, Μπέρναρντ Μάλαμουντ, Τζον Τσίβερ, Τζον Μπαρθ, Τιμ Ο’ Μπράιαν και της βασανισμένης ψυχής του Southern Gothic και τόσο νωρίς χαμένης Φλάνερυ Ο’ Κόνορ. Δεν λείπουν φυσικά το Catch-22 του Τζόζεφ Χέλλερ, η Νόσος του Πορτνόι του Φίλιπ Ροθ (που αν μη τι άλλο ήταν το πρώτο έργο της θεματολογίας που τον καθιέρωσε, με εκείνη την ανελέητη αυτοκριτική για την ανασφάλεια των μεταναστών που συχνά οδηγούνται στο αντίθετο άκρο για να μην ξεχωρίζουν από τους όποιους «γηγενείς»), η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ, ο Υπόγειος Κόσμος του Ντελίλο, ο Βωμός της Ματαιοδοξίας του Τομ Γουλφ, το Middlesex του Τζέφρι Ευγενίδη. Ο κατάλογος των 15 βιβλίων που τιμώνται με τρισέλιδο κλείνει το 2007 με τον Κόρμακ Μακάρθι, Ο δρόμος του οποίου, παρά το ζοφερότατο σύμπαν καταστροφής και ερήμωσής του φωτίζεται από μια τελευταία ηλιαχτίδα ελπίδας: οι δυο περιπλανώμενοι εξακολουθούν να περπατάνε στο σκοτάδι και το κρύο ελπίζοντας να βρουν την σωτηρία τους.

Άλλα 12 βιβλία τιμώνται σε μικρότερες παραγράφους ενιαίου κειμένου: Σφαγείο 5 (Κ. Βόνεγκατ), V (Τόμας Πίντσον), Η Εκλογή της Σόφι (Ο. Στάιρον), Ragtime (Ε.Λ. Ντόκτοροου), Ο φύλακας της σίκαλης (Σάλιντζερ), Οι γυμνοί και οι νεκροί (Ν. Μέιλερ), τα διηγήματα των Ι.Μ. Σίνγκερ, Τ. Καπότε και Ρ. Κάρβερ, η τετραλογία του Ράμπιτ Άνγκστρομ του Τζόν Απντάικ αλλά και έργα λιγότερο προβεβλημένων εδώ συγγραφέων (Σίνθια Όζικ, Χάιμ Πότοκ, Γουόκερ Πέρσι). Μπορούν 150 σελίδες να είναι τόσο περιεκτικές και να καλύπτουν τόσους κόσμους; Αυτές εδώ μπορούν.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 142, με κατάλογο των βραβευθέντων στα σημαντικότερα βραβεία μυθοπλασίας και βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
19
Νοε
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501 (Νοέμβριος 2009)

 

Σοβιετική Ένωση 1949. Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκ γενετής καρδιοπαθής, δια παντός αποβληθείς από τα σχολεία της επικράτειας λόγω σύνδεσης με το ΕΑΜ, πολεμιστής των βουνών και ξεναγός του Ελυάρ στον Γράμμο, καταφεύγει στην 14η πολιτεία πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη, τορναδόρος σε εργοστάσιο. Φυματίωση, Βουκουρέστι, Μόσχα, Σόνια Ιλίνσκαγια, εδώ τρις εις θάνατον ερήμην, αργότερα στέρηση ελληνικής ιθαγένειας, επιστροφή το 1974.

Ένας εκπληκτικός άνθρωπος, ένας συγγραφέας της κοινωνικής ευθύνης και της ηθικής τάξης, μια ακατάπαυστη εργατική πνευματική μηχανή που έγραφε τα πάντα, χωρίς τις αναγκαστικές διακρίσεις των ειδών. Νομίζω κανένας συγγραφέας της λογοτεχνικής πράξης, που κοιτάει να κάνει τη δουλειά του όσο μπορεί καλύτερα, δεν παίρνει της μετρητοίς τους επιστημονικούς ορισμούς. Πλησιάζει ό,τι του έρχεται καλύτερα κι απ’ αυτό που θα πάρει τίποτα δεν του είναι υποχρεωτικό… Θα βρεθούν όλα μόνα τους πάνω στη ζεστή σχέση με το αντικείμενο. Γνώστης όσο ελάχιστοι της ρωσικής πολιτισμικής παράδοσης, μετέφρασε και παρουσίασε τους ρώσους συγγραφείς, συνέγραψε βιογραφικές μυθιστορίες και εκτενείς παρουσιάσεις τους (όπως τα Ο Μαγιακόφσκι. Τα εύκολα και τα δύσκολα και Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι).

Το αφιέρωμα του τεύχους, με κείμενα της «Υπουργού των Εξωτερικών» του Σόνιας Ιλίνσκαγια, της Ελένης Κεχαγιόγλου (υπεύθυνης λογοτεχνίας των εκδ. Ελληνικά Γράμματα που φροντίζουν το πλήρες έργο του), της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια, του Αλέξη Ζήρα κ.ά. και μερικές υπέροχες φωτογραφίες είναι πλήρες. Όσο προσπαθώ να δω τις επιρροές που ασκήθηκαν πάνω μου από άλλους, πάλι καταλήγω εκεί, τα περισσότερα μου τα καθόρισε ο τρόπος ζωής μου.

Θεσσαλονίκη, 1955. Εκδίδεται το περιοδικό Νέα Πορεία που μέχρι το 2007, έτος θανάτου του Τηλέμαχου Αλαβέρα, εκδότη του από τα μέσα του ’70. Πολλοί αγαπήσαμε έως φετιχισμού το περιοδικό του απαράλλακτου εξώφυλλου με το διαφορετικό κάθε φορά χρώμα, που δεν ήταν μια απλή προθήκη συνεργασιών αλλά ένα μικρό θησαυροφυλάκιο κειμένων και μελετών. Φέτος βγήκε το τελευταίο του, το 626ο τεύχος ως ύστατη παραμυθία για τα τελευταία δυο χρόνια. Και τι δε θα ’δινα για να έβρισκα τα τόσα παλιά τεύχη που μου λείπουν. [128 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

18
Νοε
09

Λουίτζι Πιραντέλο – Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή

 

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

Ο Παολίνο είναι ένας φιλόλογος που ερωτοτρόπησε πέραν του ορίου με την Αρετή, σύζυγο πλοιάρχου που προτιμάει τις θάλασσες και συν τοις άλλοις έχει ένα ακόμα σπιτικό λιμάνι να τον περιμένει. Καθώς η μοιχεία αρχίζει να καρποφορεί ο πανικόβλητος ανθρωπάκος σκέφτεται να φορτώσει το επερχόμενο τέκνο στον ναυτικό, στην μόνη βραδιά που εκείνος θα περάσει σπίτι του ανάμεσα σε δυο ταξίδια. Στο σχέδιό του, μια τούρτα το ήμισυ της οποίας είναι ποτισμένο με διεγερτικότατες ουσίες εμπλέκονται δυο δίδυμοι ένας θηλυπρεπής φαρμακοποιός, ένας λογικός αλλά τελικά ενδίδων γιατρός). Εκτός σχεδίου αλλά εντός πεδιάς μένουν ο γιος της ευκόλως θυματοποιημένης γυναίκας και η ερωτικά στερημένη οικιακή βοηθός που όμως γνωρίζουν την παρανομία του ζεύγους. Ιδού η αντιστροφή: απάτη και απιστία για χάρη της ηθικής και της πίστης!

Πρόκειται για την μοναδική απ’ φάρσα του Ιταλού δραματουργού, που γυρίστηκε μάλιστα σε ταινία το 1953 από τον Steno, με σενάριο του συγγραφέα Vitaliano Brancati (μαζί με τον Lucio Fulci) και ηθοποιούς τους Totò, Orson Welles και Viviane Romance – φαντάζεστε ποιος υποδύθηκε ποιον. Κινούμενος πάντα μεταξύ γερμανικού εξπρεσσιονισμού και μεσογειακής ψυχογραφίας εδώ ο Πιραντέλο βρίσκεται μεν σε γνωστά του ρουμάνια (η υποκειμενικότητα της αλήθειας, ο ηθογραφικός καθορισμός της ζωής, ο τρόμος της κοινής γνώμης) αλλά ρέπει περισσότερο προς το γελοίο, το μπουφονικό, το υπερβολικό. Θαρρείς κι ήθελε να φτάσει τους χαρακτήρες στα κωμικοτραγικά τους άκρα, σαν μια αυτοσχέδια επιθεωρησιακή κομέντια ντελ άρτε.

Σταδιακά η ηρεμία μετατρέπεται σε ταραχή και η οικιακή γαλήνη σε εμπόλεμο πεδίο. Το κτήνος μέσα στον ανθρωπάκο ζητάει να βγει: ο εραστής της κακιάς ώρας είναι υπερήφανος μεν για το «σποράκι» του, όπως αποκαλεί το εκκολαπτόμενο βρέφος, προτιμάει όμως να το μεγαλώσει άλλος, να αποφευχθεί και το σκάνδαλο. Η ερωμένη του Αρετή μορφάζει συνεχώς γιατί δεν έχει άλλο τρόπο να εκφράσει το δικό της χάος, ο καπετάνιος δεν αντιπροσωπεύει τελικά την έννοια του κτήνους αλλά μια στερημένη ψυχή που δεν ξέρει πώς να εκδηλωθεί, η βοηθός είναι η μόνη που δε μασάει λόγια και πράξεις, ο νεαρός γιος εξαγοράζει τη σιωπή του, ένας ναύτης περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, οι δυο σχεδόν «καθυστερημένοι» μαθητές του καθηγητή από πειθήνια όργανα γίνονται επικίνδυνοι κριτές. Είναι αξιοσημείωτο πως νωρίτερα έχουν θέσει το ερώτημα: υποκρισία να περνάμε καλύτερα ή ωμή ειλικρίνεια κι ας σφαχτούμε όλοι; Δεν είναι τυχαίο πως στο μέσο του δωματίου υπάρχουν δυο ενωμένοι πάγκοι: καθώς όλοι φωνάζουν και φωνασκούν, εκεί ανεβαίνουν όσοι θέλουν ν’ ακουστούν περισσότερο κι εκεί κυλιούνται σε στιγμές κακεντρέχειας ή αυτοταπείνωσης, καθώς μια στροφή χωρίζει το ιλαρό από το θανατηφόρο.

Ο Γιώργος Αρμένης ενσαρκώνει ιδανικά τον χαρακτήρα του γελοιογραφημένου αυτού ανθρωπάκου, που φωνάζει συνεχώς πως είναι ηθικός και τίμιος την στιγμή που προσπαθεί να ξεγλιστρήσει από τις ευθύνες του, χωρίς όμως και να χάσει τα κεκτημένα. Τη μια τρέμει ολόκληρος, την άλλη καταστρώνει σαρδόνια σχέδια. Απαγγέλει Οβίδιο και Κικέρωνα λίγο πριν αφεθεί στα τα ταπεινά του ενστικτίδια. Ας αφήσουμε την Ιστορία. Απ’ όπου και να την πιάσεις, βρωμάει λέει κάποια στιγμή ως διδάσκων καθηγητής, αλλά ο χαρακτηρισμός ταιριάζει καλύτερα στη δική του ιστορία.

Η ιστορία του Γιώργου Αρμένη στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο είναι γνωστή. Επίγονος του Θεάτρου Τέχνης, εξελίχθηκε σε Θεατρογράφο και Υποκριτή της ταπεινής νεοελληνικής και όχι μόνο πραγματικότητας, με συγγραφή έργων από την Πρόβα και την Μαντζουράνα στο κατώφλι – γάιδαρος στα κεραμίδια την δεκαετία του 70 μέχρι τον περσινό Αμερικανό στο κεφάλι. Φέτος κλείνει σαράντα χρόνια στη σκηνή και δέκα στο δικό του θέατρο και όπως πάντα οργιάζει στο σανίδι. Για να μορφωθεί άρκεσε η ακρόαση διαβασμάτων Χρηστοβασίλη και Κρυστάλλη απ’ τη γιαγιά του, πενταετές ναυτικό φυλλάδιο ανά τον κόσμο κι ένας Κάρολος Κουν. Διαβάζω από ένα παλαιότερο πρόγραμμα της παράστασης για την Πρόβα: Κάθε άνθρωπος κρύβει έναν μικρό θεό μέσα του. Το θέμα είναι να κάνει την υπέρβαση, να τον βρει και να τον εξωτερικεύσει. Όταν καταφέρνω να φτάσω πολύ κοντά στον ήρωα που υποδύομαι, σχεδόν να ταυτιστώ μαζί του, τότε μπαίνω μέσα σε έναν κόσμο που με ελευθερώνει, που μου δίνει μιαν ανείπωτη δύναμη. Εκεί αισθάνομαι τον μικρό θεό να βγαίνει από μέσα μου…

Σκην.: Γιώργος Αρμένης, ερμην.: Γιώργος Αρμένης, Αριέττα Μουτούση, Πασχάλης Τσαρούχας, Χριστίνα Βαρζοπούλου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Κοροβίλας, Στέφανος Μαρκάκης, Σάκης Σιούτης. / Μτφ. Ερρ. Μπελιές, σκην. – κοστ: Ελ. Δουνδουλάκη, μουσ.: Δ. Ιατρόπουλος. / Διάρκεια: 120′ / Παρ. 21.15, Σάβ. 18.15 και 21.15, Κυρ. 20.15/ Σπυρίδωνος Τρικούπη 34, Εξάρχεια, 2108253489/ http://www.armenis.gr.

[Luigi Pirandello, L’ uomo, la bestia e la virtu, 1919]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

17
Νοε
09

Το Δέντρο, τεύχος 171-172 (φθινόπωρο 2009)

 

19630_3Τάσος Λειβαδίτης. Ένας σύγχρονος ρομαντικός. Προσεγγίσεις και επανεκτιμήσεις.

Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία/όταν τη διηγούμαι σε κάποιον. Κι η δική μας ζωή αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν τόσοι συγγραφείς και μελετητές μάς «διηγούνται» κομμάτια της ζωής και της έργου ενός δημιουργού όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ανοίγοντας ακόμα περισσότερες πόρτες σε ένα έργο που συχνά έμοιαζε περιορισμένο σε μία μόνο όψη του: εκείνη του ενθουσιώδους οπτιμιστή και υψηλόφωνου πολιτικού οραματιστή. Όπως πάντα, ο πρόλογος του εκδότη Κώστα Μαυρουδή είναι το ιδανικό τρισέλιδο εισαγωγής στον κόσμο του τεύχους: κάποιες αναγνώσεις εδώ θα φωτίσουν και εκείνη την δραματικά λυγμική – αλλά ποτέ σε τόνους κλαυθυρμού – φωνή μιας βαθύτατης υπαρξιακής απελπισίας. Ο σαρκοβόρος χρόνος, η απάτη της ιστορίας, η έκπτωση του σώματος, η παρακμή της ωραιότητος, το άγιο λάθος είχαν μόνιμη θέση στους στίχους του. Ο Λειβαδίτης στην ώριμη φάση του ήταν ένας νεορομαντικός ποιητής

Παλαιότερες αναγνώσεις των Νικηφόρου Βρεττάκου, Κώστα Κουλουφάκου, βιωματικές προσεγγίσεις των Τίτου Πατρίκιου και Κωστή Γκιμοσούλη, απόσπασμα γραπτού του ίδιου του ποιητή για την Ποίηση της Ήττας από την Επιθεώρηση Τέχνης, ενθυμήσεις της κόρης του Βάσως Χαλά – Λειβαδίτη, κείμενα για ειδικότερα θέματα, όπως οι διώξεις του (Γιώργος Χ. Θεοχάρης), τα ποιήματα της περιόδου της «λυπημανίας» (από τα καφκικά πεζά στο Εκκρεμές (1966) στην επάνοδό του το 1972 ως ενός έκπτωτου της ανθρωπότητας) (Δημήτρης Αγγελής), το μοτίβο της παιδικότητας (Αφροδίτη Αθανασοπούλου). Πάντα πολλά προσθέτουν και οι Γ. Βέης, Γ. Δουατζής (που μας θυμίζει πώς και πως δεν μίλησε σε μέσο ενημέρωσης ποτέ), Δ. Κοσμόπουλος, Γ. Μπλάνας, Δ. Μέντη, Μ. Πρατικάκης, Δ. Ραυτόπουλος κ.ά.

Αντιγράφω από τον πάντα λακωνικό Γιάννη Κοντό για τα λαϊκά ξενοδοχεία – τόπους ερωτικών συναντήσεων μιας άλλης εποχής, για τα οποία ο Λειβαδίτης έχει γράψει τα περισσότερα μεταπολεμικά ποιήματα: Η λάμπα στη μέση του ταβανιού κρέμεται σαν το σκοινί του κρεμασμένου και μια ντουλάπα στο βάθος κρύβει ένοχα μυστικά! Η μπαλκονόπορτα κλειστή- αν είναι καλοκαιράκι, ανοίγει για λίγο, και η λερωμένη κουρτίνα γεμίζει αέρα και πλαταγίζει σαν σημαία ηττημένου στρατού. (…) Τα κτίρια αυτά ήταν συνήθως βαμμένα με ώχρα, ώστε να μπερδεύεται το απόγευμα στις αποφάσεις του. Το ποίημα οδηγείται στο δωμάτιο και στο παλιό κρεβάτι για να ενωθούν τα σώματα. Για άλλη μια φορά το αφιέρωμα του περιοδικού είναι ερεθιστικότατο, για άλλη μια φορά η τιμή ολοκληρώνεται με ένα ψηφιακό δίσκο 8 ποιημάτων από τη φωνή του Γιάννη Καταλειφού.

Ακόμα: ελληνική φανταστική λογοτεχνία, ο αόρατος κινηματογράφος, επιστολή του Ν. Καχτίτση στον Ε.Χ. Γονατά, δυο εξαιρετικές συζητήσεις με την μετρ διηγηματογράφο Άλις Μούνρο και τον Φρανθίθκο Γκονζάλεθ Λεδέσμα, αντιφασίστα νουαρογράφο λάτρη της Βαρκελώνης, ακριβώς δηλαδή όπως ο Μονταλμπάν, που όμως μας είναι άγνωστος χάρη στην καταδίκη στη λήθη που του επιφύλαξε ο Φράνκο. Αν ρίχναν ένα καράβι μες το μυαλό μου θα ναυαγούσε έγραφε στο «Σήμα Κινδύνου» ο Λειβαδίτης. Ευτυχώς, κάποιοι από αυτές τις σελίδες και κάποιοι από εμάς, είμαστε ήδη στον βυθό και θα το δούμε. [232 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

16
Νοε
09

Yann Tiersen Live at Fuzz

 

Οι Your Hand In Mine άνοιξαν ένα κίτρινο βαλιτσάκι, πήραν λάπτοπ και κιθάρα διπλής όψεως (χορδές μπροστά, δίσκος ανεμιστήρα πίσω), φύσηξαν μια μελλόντικα για μελλοντικά σάουντρακ και εν γένει μόνταραν ένα κατάλληλο προοίμιο παιγνιδιώδους μουσικής, με κολάζ από το στιλ τους, την toy pop, τον Pascal Comelade και την ευρεία electronica. Αυτός δε ο τύπος που έμοιαζε με τον Tiersen και βγήκε στη σκηνή φτιάχνοντας τα μηχανήματα κερδίζοντας το χειροκρότημα του κόσμου και άπειρες φωτογραφίες, δεν ήταν παρά ένας απ’ το πλήρωμα. Και είχε την μεγαλύτερη φωτογένεια απ’ όλους.

Ο Tiersen έπαιξε ένα εκπληκτικό σετ, καταιγιστικό και απρόβλεπτο, πολύ περισσότερο για εκείνους που ήρθαν ανυποψίαστοι περιμένοντας να ακούσουν τρυφερά κουδουνίσματα και ρομαντικά αμελή βαλσάκια. Όταν ακόμα και οι πιο ελευθέριοι σκόρερς έχουν δυο βασικές επιλογές για τα live τους (= ή ορχηστράτοι να παίξουν απαράλλαχτα τα κινηματογραφικά τους θέματα – ώστε να τα ακούσει ο κόσμος για χιλιοστή φορά κι εκείνοι ακόμα περισσότερες – ή να καλέσουν μερικούς φωνητικούς να τα ερμηνεύσουν, σ’ ένα νηφάλιο γκαλά), εκείνος ξεγλιστράει. Η δική του επιλογή αρχίζει από την αποδόμηση των κομματιών του και συνεχίζεται ως ένα κατά κυριολεξία «ολοζώντανο μουσικό κουτί» που περιέχει τα πάντα. Τα πάντα όμως από τι;

Από ένα προσωπικό παρελθόν μυριάδων ακουσμάτων και συγκεκριμένων συμμετοχών σε μπάντες που στην ουσία περιλαμβάνει όλη την post punk πορεία της τελευταίας τριακονταετίας. Όσο λιγότερο γνώριζε κάποιος την προϊστορία του, τόσο περισσότερο εκπλησσόταν. Κανένα κομμάτι δεν εξελισσόταν «ομαλά», κανένα δεν είχε ένα βασικό θέμα με τα γνωστά περιφερειακά. Μπορεί να άρχιζε με απόλυτο θόρυβο και να καταλάγιαζε σε ξέχωρη μελωδία ή σε παράσταση για ένα όργανο. Μπορεί να ξεκινούσε ηλεκτρονικό δρομολόγιο Orbital – Autechre, και να χανόταν στον αγγελικό θόρυβο της 4AD, των Modern English, των Cocteau Twins (ως το 83), των Μ83. Μπορεί να ξεκινούσε σαν κινηματογραφική εγχορδία α λα Nyman/Glass και να εκτροχιαζόταν σε ψυχεδελικότατους φαρφιζοειδείς αυτοσχεδιασμούς. Μπορεί να ξεκινούσε σε πειραματική electronica και να προσγειωνόταν σε βελβετικούς και κραουτευτονικούς καταρράκτες.

Σε αυτό το ηχοσύστημα όλοι ήταν απαραίτητοι. Δυο εξτρέμ, κιθαρίστας και μπασίστας σε κατάσταση έξαψης, ένας τερματοφύλακας στα κρουστά και μια λίμπερα στα πλήκτρα κύκλωναν τον Τίρσεν που είχε δεκάρι δίπλα του τον … Matt Elliott. Οι δυο κόλλησαν μετά την κοινή τους συμμετοχή στο The Dark Age Of Love (δίσκο με διασκευές των Coil, που ο επιζών Peter Christopherson χαρακτήρισε σαν τις πιο ιδιαίτερες και όμορφες εκδοχές τους) ως μέλη της κολλεκτίβας των This Immortal Coil (διπλό λογοπαίγνιο, ο νοών νοείτω), έκαναν μαζί εκεί 3 τραγούδια, ο Υ. κάλεσε τον Μ. στον δίσκο του Dust lane και γενικώς παίζουν μαζί. Ο Elliott με τον Tiersen κυκλώνονταν από μόνοι τους με μια πρωτοφανή αύρα ο καθένας τους. Ο πρώτος ακίνητος, αφοσιωμένος στην ακουστική του κιθάρα, στις φωνητικές εμβολές, στην εξ επαφής χρήση του μικροφώνου, στις σελίδες ενός ανοιχτού βιβλίου. Ο δεύτερος μοιρασμένος στην τριπλοβάρδια πλήκτρων, κιθάρας και βιολιού. Η πεντάδα έχτιζε έναν συμπαγή τοίχο κι εκείνος πλανιόταν στον κόσμο του, στους ανισόπεδους κόμβους από την κλασική μουσική παιδεία στο χάος της electronica και του πρωτογενούς κιθαριστικού ροκ εντ ρολλ.

Συναρπαστικές στιγμές τα κομμάτια που τραγούδησαν όλοι σε αρμονική … πενταφωνία (ιδίως το Palestine, από ένα ταξίδι που τον σημάδεψε), ένα οργανικό ονόματι Ashes (;),κι εκείνα τα σημεία που τα drums χαμήλωναν και γίνονταν υπόκωφα καθώς άλλαζε η ροή του κομματιού: κατευθείαν απ’ την καρδιά του post punk. Όταν δε έμενε μόνος με το βιολί του το κοινό κρατούσε ευλαβική ανάσα. Το τριτράγουδο (;) ανκόρ τελείωσε με το αμέλιο βαλς σε ψυχεδελικότροπη πληκτρολόγηση. Ο ορισμός του απρόβλεπτου live. Ποτέ δεν ήξερες τι θα ακολουθήσει μετά ή και στο ίδιο το τραγούδι. Ως σήμερα σκεφτόμουν τον Piovani ως καταλληλότερο συνθέτη για να αναλάβει το σάουντρακ του φιλμ της συναρπαστικής μου ζωής, αλλά αυτός εδώ γνωρίζει πολύ περισσότερα…

ΥΓ. Η συναυλία ήταν sold out, πολύ κόσμος έμεινε απ’ έξω, ο χώρος ευτυχώς αναπνευστικός και η οργάνωση άρτια.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

16
Νοε
09

Στο αίθριο του πανδοχείου, 18. Εύα Στάμου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Οι Γάλλοι και οι Ρώσοι του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα ο Φλωμπέρ κι ο Ντοστογιέβσκι. Η Τζέην Ώστιν, ο Φώκνερ, ο Κόνραντ, ο Κάρβερ, η Ντόρις Λέσσινγκ. Πολλοί θεατρικοί συγγραφείς, θα αναφέρω ενδεικτικά τον Τσέχωφ, τον Ίμπσεν, τον Πίντερ, τον Άλμπυ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, Οι αδελφοί Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι, Η καρδιά του σκοταδιού του Κόνραντ, το Καθώς ψυχορραγώ του Φώκνερ, Η η Προδοσία του Πίντερ, οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, Η Μάσκα του Δημήτριου του Άμπλερ, Τα βασικά προβλήματα της φαινομενολογίας του Χάιντεγκερ, η Θεωρία των συναισθημάτων του Σαρτρ, οι Τεχνολογίες του εαυτού του Φουκώ, είναι μόνο μερικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
«Ένα ρόδο για την Έμιλυ» του Φώκνερ, «Ο θάνατος του Ίβαν Ίλιτς» του Τολστόι, πολλά του Φέιμπερ, του Τόινμπυ, και τα περισσότερα του Ρέυμοντ Κάρβερ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η ηρωίδα της Τζέην Ώστιν στο Περηφάνεια και Προκατάληψη, μια γυναίκα πολύ μπροστά από την εποχή της που με την οξύνοια και την βούλησή της καταφέρνει να καταρρίψει πολλά από τα κοινωνικά κατασκευασμένα γνωρίσματα του φύλου της, να υπερβεί την κοινωνική της τάξη και να αποκτήσει αυτό που επιθυμεί.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;
Η Ζατέλη της Περσινής αρραβωνιαστικιάς και του Και με το φως του λύκου επανέρχονται, το έργο του Χρήστου Χρυσόπουλου, σχεδόν όλα τα κείμενα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και του Θόδωρου Γρηγοριάδη, και αρκετά βιβλία του Θοδωρή Καλλιφατίδη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Μου αρέσει να γράφω σε πολυσύχναστα καφέ πίσω από κάποιο παράθυρο κοιτώντας τους περαστικούς και στήνοντας αυτί στις συζητήσεις όσων κάθονται στα διπλανά τραπέζια. Έχω ανάγκη από πολλά ερεθίσματα, την αδιάκοπη κίνηση της πόλης, λειτουργώ καλύτερα έτσι παρά απομονωμένη στο γραφείο μου – είτε γράφω κάτι απλό για το ιστολόγιό μου, είτε δουλεύω πάνω σε ένα επιστημονικό ή λογοτεχνικό κείμενο, το σκηνικό της πόλης λειτουργεί ως ηχητικό και οπτικό υπόβαθρο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Συνήθως ξεκινώ από τα δικά μου συναισθήματα και τις προσωπικές μου εμπειρίες, που στην συνέχεια μπλέκονται με σκηνές από την καθημερινότητα, τις επαγγελματικές μου επαφές, τις ζωές φίλων, γνωστών, τα νέα των εφημερίδων. Η φαντασία μου φιλτράρει κι επεξεργάζεται αυτό το υλικό μ’ έναν τρόπο που τελικά η αρχική ιδέα καλύπτεται ολοκληρωτικά σχεδόν από την επινόηση.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω δεν ακούω μουσική – κι όταν ακούω αγαπημένη μουσική (Ξυδάκης, Μπαχ, Στραβίνσκυ, Γουίντον Μαρσάλις) δεν γράφω.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν.
Το πρώτο μου βιβλίο, τους «Ελιγμούς», ξεκίνησα να το γράφω προσπαθώντας να διαπιστώσω αν έχω την ικανότητα να κατασκευάσω ένα μυθιστόρημα – ήταν μια δοκιμή, ένα προσωπικό πείραμα. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του η εμμονή που έχω να κρατώ ημερολόγιο υποχώρησε σταδιακά και αντικαταστάθηκε από την επιθυμία να συνεχίσω να γράφω πεζογραφία.

Το «Ντεκαφεϊνέ» πήγασε από τη λαχτάρα μου να μιλήσω για τις εμπειρίες νέων ανθρώπων που, όπως εγώ, ζούσαν μακριά από την πατρίδα τους από επιλογή, σε αναζήτηση της ταυτότητάς τους, κι όχι επειδή εξαναγκάστηκαν λόγω οικονομικών συνθηκών όπως συνέβαινε σε Έλληνες προηγούμενων γενεών. Παρόλο που το Ντεκαφεϊνέ δεν είναι η δική μου ιστορία τα συναισθήματα και οι διαθέσεις που βιώνουν οι πρωταγωνιστές του μου είναι οικεία: το αίσθημα της μοναξιά, το άγχος της διαφορετικότητας, το μοίρασμα ανάμεσα σε δυο κουλτούρες, η άχρωμη, επίπεδη καθημερινότητα της κεντρικής Ευρώπης, είναι καταστάσεις που γνωρίζω καλά. [σ.σ. αμφότερα από τις εκδ. Οδός Πανός]

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η συλλογή «Μεσημβρινές Συνευρέσεις» [σ.σ.: εκδ. Μελάνι, μόλις κυκλοφόρησε, 145 σελ.] αποτελείται από 8 διηγήματα που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και για διαφορετικούς λόγους. Οι περισσότερες ιστορίες είναι δοσμένες σε πρώτο πρόσωπο και σχεδόν όλες περιγράφουν χαρακτήρες που βρίσκονται σε κάποια ιδιαίτερη, ξεχωριστή, ή σημαντική στιγμή της ζωής τους. Το ανθρώπινο σώμα και η θέση του στον κόσμο σήμερα, ο τρόπος που το γυναικείο και το ανδρικό σώμα επικοινωνούν, η εγγενής σωματοποίηση της εμπειρίας, τα συναισθήματα, οι εμπειρίες, η ντροπή, ο πόνος κι η ηδονή, ο φόβος της φθοράς και του θανάτου που πηγάζουν από την σάρκα και επιστρέφουν σε αυτήν, είναι ο κοινός άξονας που συνδέει τα αφηγήματα.

Με τόσες ενδιαφέρουσες ψυχογραφημένες προσωπικότητες που κυκλοφορούν στις σελίδες, γιατί επιλέξατε την φόρμα του διηγήματος;
Ήθελα να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ σε κάτι διαφορετικό. Δεν αισθανόμουν την επιθυμία να παρουσιάσω χαρακτήρες σε εξέλιξη, αλλά ήρωες σε κάποια σημαντική ή ασυνήθιστη στιγμή της ζωής τους, εμβαθύνοντας περισσότερο σε συναισθήματα και διαθέσεις και όχι στην ανάπτυξη κάποιου λογοτεχνικού χαρακτήρα. Θεωρώ ότι η φόρμα του διηγήματος σωστά χρησιμοποιημένη δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να προκαλέσει εντονότερες σκέψεις και συναισθήματα στον αναγνώστη από ότι ένα μυθιστόρημα που κινητοποιεί άλλου είδους αναγνωστικές διαδικασίες.

Ένα από τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα θέματα των διηγημάτων είναι η αδυναμία των ανθρώπων να συμβιβαστούν με το σώμα τους – οι σχετικές περιγραφές είναι διεισδυτικότατες.
Υποτίθεται ότι στην εποχή μας το σώμα βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου χώρου. Στην ουσία όμως μένουμε στην επιφάνεια, για παράδειγμα στη διατήρηση της νεότητας με κάθε μέσο και μιλάμε ελάχιστα για το πως ο καθένας μας βιώνει πραγματικά την αλλαγή, τη φθορά και την επαφή με το σώμα του άλλου. Η έμφαση στην εικόνα του σώματος πολλές φορές συγκαλύπτει την σωματική εμπειρία κι αυτό είναι ένα παράδοξο το οποίο μπορεί να βοηθά, λόγου χάρη, τη βιομηχανία της διαφήμισης αλλά υπονομεύει την ταυτότητα του ανθρώπινου σώματος και τη διυποκειμενική εμπειρία.

Ακόμα, πολλοί παγιδεύονται στην εικόνα και την προσδοκία που έχουν οι άλλοι από αυτούς, όσο στενά και να σχετίζονται μαζί τους. Τελικά είμαστε αυτό που οι άλλοι περιμένουν να είμαστε, είμαστε αυτό που θέλουμε να δείχνουμε;
Εκτός από βιολογικές οντότητες τα σώματα είναι ιστορικές και κοινωνικές κατασκευές και γι αυτό οι σωματοποιημένες εμπειρίες μας πρέπει να εξετάζονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Από αυτή την άποψη η λογοτεχνία ως τέχνη έκφρασης της αληθινής εμπειρίας μπορεί να αποδώσει όψεις της ανθρώπινης πραγματικότητας με αποκαλυπτικό τρόπο. Είμαστε όλα αυτά που αναφέρεις στο μέτρο που δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τις εικόνες που έχουμε ήδη ενσωματώσει, από την επιθυμία μας να ευχαριστήσουμε τους άλλους, και από τα πρότυπα που ενστερνιζόμαστε.

Σε ορισμένα κομμάτια, όπως τα «Τιμώρησέ με» και «Μεσημβρινές συνευρέσεις» οι ηρωίδες γίνονται ερωτικά και σεξουαλικά αποδεκτές μόνο αν «υποδυθούν» τους ρόλους που τους ανατίθενται. Ο έρωτας δηλαδή φαίνεται να αφορά περσόνες κι όχι πρόσωπα. Γνωρίζετε πολλές τέτοιες περιπτώσεις;
Υπάρχουν δύο τρόποι για να απαντηθεί η ερώτησή σας. Πρώτον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η γυναίκα αποκτά τα ‘γυναικεία’ της γνωρίσματα μιμούμενη κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, π.χ., η ‘μοιραία’ γυναίκα, η ‘Λολίτα’, τους οποίους αναπαράγει σε κάθε νέα ερωτική σχέση. Δεύτερον, και ίσως σημαντικότερο, όταν προσεγγίζουμε την ερωτική επαφή σαν μια πράξη με συμβολικό νόημα με σκοπό να αποκαταστήσουμε ελλιπή κομμάτια του εαυτού μας, (την σχέση με τον πατέρα ή τη μητέρα που πέθανε όταν ήμασταν παιδιά, για παράδειγμα), ή όταν βλέπουμε την επαφή σαν ένα παιχνίδι επιβολής και εξουσίας, καταλήγουμε να υιοθετούμε περσόνες που μας απομακρύνουν από την αυθεντικότητα και την ευχαρίστηση που προσφέρει η ερωτική πράξη όταν πηγάζει από ειλικρινή επιθυμία για τον άλλο. Και ναι, γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους που λειτουργούν ερωτικά μέσα από έναν ρόλο είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, ή που το έχουν κάνει σε κάποια στιγμή της ζωής τους.

Το περιβάλλον των χαρακτήρων είναι μια πανάσχημη μεγαλούπολη, τα άθλια ξενοδοχεία, ένα βρώμικο και καταθλιπτικό περιβάλλον. Σε άλλο περιβάλλον θα είχαν καλύτερη τύχη;
Οι ήρωές μου κινούνται σε σταθμούς τρένων, καφέ, φτηνά ξενοδοχεία, οίκους ανοχής, μέρη που συμβολίζουν την ρευστότητα της επαφής, την προσωρινότητα της ύπαρξης. Άνδρες και γυναίκες μόνοι, ευάλωτοι, γεμάτοι αδυναμίες, πάθος και φόβο για τη ζωή στον ίδιο βαθμό. Πρόσωπα κρυμμένα πίσω από περσόνες κι εμμονές σε μια μόνιμη αναζήτηση που νοηματοδοτεί την ύπαρξή τους.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το πρόσφατα μεταφρασμένο «Σώματα με σημασία» της φεμινίστριας φιλοσόφου Τζούντιθ Μπάτλερ και το «The feeling of what happens» του νευροψυχολόγου Αντόνιο Νταμάσιο.

Τι γράφετε τώρα;
Γράφω κάτι που δεν γνωρίζω αυτή την στιγμή ποια θα είναι η τελική του μορφή, αν θα εξελιχθεί σε μυθιστόρημα ή νουβέλα, καθώς βρίσκεται σε αρχικό στάδιο.

Η επιστημονική σας ενασχόληση με την επιστήμη της Ψυχολογίας σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Σας διεύρυνε τον κόσμο υποψήφιων λογοτεχνικών χαρακτήρων;
Η ψυχολογία είναι η βασική μου εργασία και η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία αντλεί εν μέρει από την εργασία μου, δίχως να συγχέεται με αυτήν. Σε καμία περίπτωση λογοτεχνία και ψυχολογία δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά, γιατί -παρά τα φαινόμενα- είναι δύο πολύ διαφορετικές πνευματικές διεργασίες. Οπωσδήποτε οι επιστημονικές γνώσεις κι η εμπειρία μου με βοηθούν και να προσεγγίζω μεγαλύτερη γκάμα λογοτεχνικών χαρακτήρων και να εμβαθύνω σε αυτούς. Κανόνας μου είναι να μην θεωρητικολογώ με άλλοθι την ψυχολογία, να μην γενικεύω και να μην υπεραπλουστεύω όταν περιγράφω συμπεριφορές και γνωρίσματα των ηρώων μου. Κάτι τέτοιο θα ήταν επιζήμιο και για την επιστήμη της ψυχολογίας και για τη λογοτεχνία.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν [http://evastamou.blogspot.com/]
Οι εμπειρίες φυσικά ποικίλουν, με τις θετικές να υπερτερούν σημαντικά. Η επικοινωνία κάθε μορφής αποτελεί μέρος της δουλειάς μου -με ενδιαφέρει τόσο η ανταπόκριση των άλλων στα δικά μου κείμενα, όσο και οι δικές μου αντιδράσεις σε αναρτήσεις που διαβάζω κατά καιρούς.

Δημοσίευση και στο mic.gr.

15
Νοε
09

Λογοτεχνείο, αρ. 40

Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση, εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αργύρης Χιόνης (Poèsie verticale, 1967)

1
Σκέφτομαι πως ετούτη τη στιγμή
κανένας δε με σκέφτεται μέσα στο σύμπαν,
πως μόνο εγώ με σκέφτομαι,
κι αν τώρα πέθαινα,
κανένας, ούτε ο εαυτός μου, δε θα με σκεφτόταν.

Κι εδώ αρχίζει η άβυσσος,
όπως όταν κοιμάμαι.
Είμαι το ίδιο μου το στήριγμα και μου το αφαιρώ.
Συμβάλλω στην επένδυση των πάντων με απουσία.

Ίσως αυτός είναι ο λόγος
που το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο
είναι σα να τον σώζεις.

 Στην Ρούλα Αλαβέρα

13
Νοε
09

Colin Wilson – O ξένος (The Outsider). Περιπλανήσεις του αταίριαστου στον κόσμο των δημιουργών

 

Χριστούγεννα του 1954, κι ο Κόλιν Γουίλσον (Λέστερ, 1931) τα περνάει στο παγερό δωμάτιό του στο νότιο Λονδίνο, με εορταστικό δείπνο μια κονσέρβα, ενώ για εξοικονομήσει χρήματα έχει περάσει ήδη το καλοκαίρι του σ’ έναν αδιάβροχο υπνόσακο στο πάρκο Χάμπστεντ. Προσπαθεί να γράψει το μυθιστόρημα Τελετουργία στο σκοτάδι, με θέμα έναν δολοφόνο βασισμένο στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη και κάποια στιγμή αισθάνεται πως βρίσκεται στην ίδια θέση με αγαπημένους του λογοτεχνικούς ήρωες, Ντοστογεφσκικούς, Ριλκεϊκούς, Χαμσουνικούς: εντελώς αποκομμένος από την υπόλοιπη κοινωνία. H ιδέα για ένα βιβλίο πάνω στον Ξένο στην λογοτεχνία μόλις είχε γεννηθεί.

Σύμφωνα με τον Γουίλσον οι πάντες έχουν τις επικίνδυνες, ακατονόμαστες παρορμήσεις να γίνουν Ξένοι, ενώ ο καθωσπρεπισμός, η φιλοσοφία, η θρησκεία απλώς αποπειρώνται να εξωραΐσουν αυτή τη ροπή στο βάρβαρο και το πέρα από κάθε λογική. Ο Ξένος αισθάνεται έτσι επειδή απηχεί μια διαφορετική αλήθεια. Αυτή ακριβώς η ιδιοσυγκρασία του αταίριαστου με το περιβάλλον δεν σταμάτησε ποτέ να τον απασχολεί σε μια σειρά έργων, πρώτο απ’ τα οποία ήταν αυτό εδώ: ο εντοπισμός, η παρουσίαση και η πλήρης εμβάθυνση σε κάθε είδους και μορφής Ξένου σε σημαντικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα: στον Ξένο και τον Μύθο του Σισύφου του Καμύ, στη Ναυτία του Σαρτρ, στον Χ. Τζ. Ουέλλς (Ο νους τα όρια των δυνάμεών του), σε διηγήματα του Χέμινγουεϊ, στο Ημερολόγιο του Νιζίνσκι, στα γραπτά του Τ.Ε. Λώρενς (της Αραβίας), φυσικά στα έργα των Κάφκα, Ντοστογέφσκι, Έσσε αλλά και στους Νίτσε, Έλιοτ, Μπλέικ, Μπαρμπύς, Σω, Βαν Γκογκ, Γκουρτζίεφ κ.ά.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1956 κι ο Γουίλσον στα 24 του γινόταν το πρόσωπο της συζήτησης, μαζί με τον Τζον Όσμπορν που είχε ανεβάσει το Look back in anger (στα ελλ. Οργισμένα Νιάτα), κατατασσόμενος αυτόματα στην κατηγορία των “angry young men”, ευρύτερα δε στην γενιά των Έλβις, Άρθουρ ηττημένηΜίλερ, Φράνσις Μπέικον. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, θα χάσει την καθολική αποδοχή το ίδιο ακαριαία όπως την είχε κερδίσει. Ο ίδιος δήλωσε αργότερα πως εκείνη η ταχύτατη άνοδος και πτώση και η άμεση φυγή του από το Λονδίνο τον έσωσαν από το γνωστό πανηγύρι των πάρτι της ματαιοδοξίας και της αυταρέσκειας του σιναφιού. Ούτως ή άλλως η ιδιόρρυθμη και αμφιλεγόμενη, πλην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λογοτεχνική του – και όχι μόνο – πορεία είχε ήδη αρχίσει.  Ο Γουίλσον έφτιαξε το προσωπικό του φιλοσοφικό σύστημα του «νέου υπαρξισμού» κι εξέδωσε αναρίθμητα άλλα βιβλία, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θέματα μεταφυσικής, επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίων, εξωγήινης ζωής, μαγείας, αλλά και τους τομείς της ψυχολογίας και της εγκληματολογίας.

Δεν θα μπορούσα να δεχτώ τη θανατολατρεία του ρομαντικών ούτε τη στωική ηττοπάθεια του υπαρξισμού.…Δεν με διακρίνει η κατηφής και ηττημένη τάση που διέπει τόσο μεγάλο μέρος της σύγχρονης λογοτεχνίας. Αισθανόμουν ότι δεν είχα καμιά πρόθεση να ηττηθώ ή να εξολοθρευτώ Από την άλλη πλευρά, δεν έτρεφα καμιά απολύτως συμπάθεια για την οκνηρή και πνευματικά δειλή σχολή βρετανών φιλοσόφων …που διαβεβαιώνουν ότι το όλο πρόβλημα δεν έχει νόημα και ότι καλά θα κάνουμε να δεχτούμε τους μίζερους μικροπεριορισμούς μας. Μου φαινόταν επιτακτική ανάγκη να βρεθεί κάποια λύση. Εδώ, η εκ φύσεως αισιοδοξίας μου ήταν πλεονέκτημα. Γιατί όταν διάβαζα τον Σαρτρ, τον Καμύ ή τον Γκρέιαμ Γκρην, ένιωθα να απορρίπτω λόγω ιδιοσυγκρασίας τον πεσιμισμό τους…Είχα την υποψία ότι το πρόβλημα τους άφηνε ηττημένους, επειδή δεν το είχαν αντιμετωπίσει με τη δέουσα επιθετικότητα (σ. 277-278).

Εκδ. Οξύ, 2006, μτφ. Γιάννης Ανδρέου, σελ. 302, με σημειώσεις και ευρετήρια.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
11
Νοε
09

50 ομορφότατα τραγούδια των ’00s [2000-2008]

 

Στην ατέλειωτη σειρά των συλλογικών αφιερωμάτων του mic.gr έχουν ως σήμερα μεταξύ άλλων δημοσιευτεί ατέλειωτες λίστες και κείμενα για τα «καλύτερα»/πιο αγαπημένα soundtracks, ντουέτα, οργανικά (instrumentals), διασκευές, συλλογές, live δίσκους, για θέματα όπως Μουσική και Λογοτεχνία, για μουσικά είδη όπως η Ηλεκτρονική Ποπ. Ακόμη, για τραγούδια σκοτεινά, «θρησκευτικά», της ερωτικής απογοήτευσης, του καλοκαιριού, των Χριστουγέννων, απολύτως προσωπικά ή απολύτως “υγρά” (όπου το Πανδοχείο για λόγους ντροπαλοσύνης και σεμνότητος αρνήθηκε να συμμετάσχει).

Το πιο πρόσφατο αφιέρωμα αφορά τα 50 αγαπημένα (και πιθανώς αντιπροσωπευτικά) τραγούδια της δεκαετίας των 00s, ήτοι 2000-2009. Το Πανδοχείο επέλεξε τραγούδια μόνο της οκταετίας, εφόσον πολλά από τα υπέροχα φετινά χρειάζονται σαφώς περισσότερη δοκιμασία στο χρόνο. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το συνολικό αφιέρωμα εκεί. Ολόκληρη η σειρά των αφιερωμάτων του mic.gr εδώ. Για κάποιες προσωπικές συμμετοχές του Πανδοχέα βλ. πλευρική στήλη, κατηγορία Ηδονών Κατάλογοι.

1.Spiritualized – Do it all over again
2.The Mighty Wah! – Sing all the saddest songs
3. Ed Harcourt – Revolution in the heart
4. Chumbawamba – Pass it along
5. Arcade Fire – Neighborhood # 1 (Tunnels)
6. Jackie Leven – Sexual Jealousy of Jesus Christ
7. Mull Historical Society – Walking Xanadu
8. Cinerama – 10 Denier
9. Alpinestars – Keep it coming
10. M83 – Moonchild

11. Blue States – Across the wire
12. Hidden Cameras – The animals of prey
13. Ute Lemper – Passionate fight
14. Apoptygma Berzerk – Suffer in silence
15. Micah Hinson – Patience
16. Flotation Toy Warning – Donald Pleasance
17. Damon and Naomi with Ghost – The mirror phase
18. Baba Zula – Sipa
19. Matt Elliott – What The Fuck Am I Doing On This Battlefield
20. Heist – Cold War

21. Dan Deacon – Wham City
22. The Open – Two lovers in the rain
23. Sparks – More than a sex machine
24. Czars – Drug
25. Sigur Ros – Glosoli
26. The Black Heart Procession – A sign on the road
27. Richard Hawley – Tonight The Streets Are Ours
28. The Soundtrack of Our Lives – Nevermore
29. Isolation Years – Naked natives
30. Voodoo Child – Light is in your eyes

31. Shack – Cup of tea
32. Handsome Family – I fell
33. Delaware – Butterfly Kiss
34. Bent – King Wisp
35. Spearmint – I didn’t buy you flowers
36. Kirlian Camera – Recorded Memory
37. Their Hearts Were Full Of Spring – As Long As The Sun Shines 38. Laibach – Rossiya
39. Cuban Boys – Inertria Kids
40. I’m from Barcelona – We’re from Barcelona

41. Isihia – Gospodi Vozvah
42. Richard Swift – Lovely night
43. My Morning Jacket – The way that he sings
44. Warzaw Village Band – Chassidic Dance
45. Death In June – Many enemies bring much honour
46. Aspera – Birds fly
47. Clann Zu – From Bethleem to Jenin
48. Ulrich Schnauss – In all the wrong places
49. Ashram – 5 steps…
50. Laurent Garnier – Last tribute from the 20th Century

Spiritualized – Do it all over again (2001) λοιπόν…

Πέρα από ένα κομψότεχνο τραγούδι γρήγορης φολκ ή αργής κάντρι, ή ροκόμορφης ποπ, το Diaoa έχει πολλαπλάσια αξία επειδή προήλθε από τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Που 6 χρόνια πριν είχε βρεθεί στον πάτο της θλίψης, με τον ψυχισμό διασκορπισμένο στο διάστημα, και τώρα ξαναμιλούσε για έρωτες, ήλιους το πρωί, κόσμους που γυρίζουν ξανά, για κάτι που φαίνεται όμορφο και πάλι. Στο βίντεο ο Jason Pierce υπερίπταται του φωτεινού κόσμου αλλά έχει πλέον την πλάτη γυρισμένη στην πτώση και τους εφιάλτες της.

Στις φωτογραφίες: Κόρη από ένα Μελλοντικό Μουσείο. Οι γαλάζιες διαθέσεις του Ed Harcourt αντανακλώνται στο περιβάλλον του. Ο πότης του Matt Elliott έφτασε στην λήθη της μέθης. Ο Richard Hawley είναι σίγουρος πως οι δρόμοι σήμερα είναι δικοί του. Οι Laibach αρνούνται να αφήσουν το Σκληρό τους Θέατρο. O John Grant των Czars αντιμετωπίζει ως πρέπει τα πλήκτρα του πιάνου: με δέος. Ο Jason Pierce των Spiritualized πήγε πολύ κάτω. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε όταν επέστρεψε ήταν αυτό το τσιγάρο. Και ο Richard Swift θυμάται εκείνη την υπέροχη νύχτα.



 

Νοεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 43,178 hits

E-mail: Lambrossss – at – gmail.com

Σελίδες